Η καταγωγή της λέξης
Ο όρος "τουρνέ" προέρχεται από τη γαλλική λέξη tournée, η οποία χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια οργανωμένη περιοδεία με διαδοχικές στάσεις σε διάφορους προορισμούς.
Η λέξη συνδέεται με το γαλλικό ρήμα tourner, που σημαίνει "γυρίζω", "στρέφομαι" ή "κάνω κύκλο". Η ρίζα του ρήματος αυτού βρίσκεται στο λατινικό tornare, το οποίο σχετίζεται με την έννοια της περιστροφής και της κυκλικής κίνησης.
Πώς καθιερώθηκε στα ελληνικά
Η λέξη πέρασε στην ελληνική γλώσσα μέσω της επιρροής των γαλλικών, που ήταν ιδιαίτερα έντονη στην Ευρώπη κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Διατηρήθηκε σχεδόν αναλλοίωτη ως "τουρνέ" και απέκτησε την ίδια περίπου σημασία που έχει και στη γλώσσα προέλευσής της.
Η ελληνική απόδοση της λέξης είναι "περιοδεία", όρος που χρησιμοποιείται εξίσου για να περιγράψει μια σειρά προγραμματισμένων εμφανίσεων σε διαφορετικές περιοχές.
Πώς χρησιμοποιείται σήμερα
Στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, η λέξη "τουρνέ" συναντάται κυρίως σε καλλιτεχνικά συμφραζόμενα. Χρησιμοποιείται για:
μουσικές περιοδείες καλλιτεχνών ή συγκροτημάτων,
θεατρικές παραστάσεις που παρουσιάζονται σε πολλές πόλεις,
περιοδείες κωμικών και παραστάσεις stand-up comedy,
κάθε οργανωμένη σειρά εμφανίσεων σε διαφορετικούς τόπους.
Για παράδειγμα, συχνά ακούμε εκφράσεις όπως: "Το συγκρότημα ξεκινά ευρωπαϊκή τουρνέ» ή «Ο θίασος πραγματοποιεί καλοκαιρινή τουρνέ σε όλη την Ελλάδα".