Η λέξη "ανάρια" χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι συμβαίνει σε αραιά χρονικά διαστήματα ή χωρίς συχνότητα. Με άλλα λόγια, σημαίνει "σπάνια", "πού και πού", "κάπου κάπου" ή "αραιά".
Για παράδειγμα, όταν λέμε "τον βλέπω ανάρια", εννοούμε ότι τον συναντάμε μόνο περιστασιακά και όχι συχνά.