Η ετήσια μελέτη "Conflict Trends" του Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη του Όσλο (PRIO) αποτυπώνει μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα. Όπως ανέφερε η ερευνήτρια Σίρι Άας Ρούσταντ, τα στοιχεία του 2025 συγκαταλέγονται στα πιο δυσμενή που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια, χωρίς να διακρίνεται κάποια θετική τάση.
Σύμφωνα με την έκθεση, καταγράφηκαν 65 συγκρούσεις στις οποίες συμμετείχε τουλάχιστον ένα κράτος, αριθμός-ρεκόρ από το 1946. Την ίδια στιγμή, οι διακρατικές συγκρούσεις έφτασαν τις οκτώ, παρουσιάζοντας διπλασιασμό μέσα σε έναν χρόνο και αγγίζοντας επίσης το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ δεκαετιών.
Στις εστίες έντασης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν, Αφγανιστάν και Πακιστάν, καθώς και Καμπότζης και Ταϊλάνδης. Στην ίδια καταγραφή εντάσσονται ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Συρία και άλλες συγκρούσεις που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Το 2025 αναδείχθηκε επίσης ως η τρίτη πιο αιματηρή χρονιά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Περίπου 245.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας πολεμικών συγκρούσεων ή πολιτικής βίας. Από αυτούς, οι 76.500 σκοτώθηκαν σε επιθέσεις που στρέφονταν κατά αμάχων, αριθμός πολλαπλάσιος σε σχέση με το 2024.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αύξηση έπαιξε ο εμφύλιος πόλεμος στο Σουδάν. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και παραστρατιωτικών δυνάμεων, ιδιαίτερα στην πόλη Ελ Φάσερ, εκτιμάται ότι προκάλεσαν δεκάδες χιλιάδες θανάτους. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, μόνο η σύγκρουση στο Τιγκράι της Αιθιοπίας το 2021 και η γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994 είχαν προκαλέσει περισσότερα θύματα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών μεγάλων πολεμικών μετώπων, χωρίς ουσιαστικά διαστήματα αποκλιμάκωσης. Αυτή η συνεχής ένταση διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από προηγούμενες περιόδους, όταν υπήρχαν ακόμη και χρόνια χωρίς καμία διακρατική σύγκρουση.
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα του Προγράμματος Δεδομένων Συγκρούσεων της Ουψάλα (UCDP), το οποίο καταγράφει τρεις βασικές μορφές οργανωμένης βίας: τις συγκρούσεις με συμμετοχή κρατών, τις συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών δρώντων και τη μονομερή βία κατά αμάχων.
Η έκθεση αναφέρεται επίσης στον ρόλο του Ισραήλ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον ενεργές στρατιωτικά χώρες της παρούσας περιόδου, λόγω της εμπλοκής του σε πολλαπλά μέτωπα, όπως η Γάζα, η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράν και η Υεμένη.
Παράλληλα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ορισμένες κρίσεις, όπως η βία συμμοριών στην Αϊτή ή τα επεισόδια μετά τις εκλογές στην Τανζανία, δεν λαμβάνουν την προσοχή που τους αναλογεί σε διεθνές επίπεδο.
Η Σίρι Άας Ρούσταντ εκτίμησε ακόμη ότι η αυξανόμενη πόλωση στο διεθνές σύστημα συνδέεται και με τις πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών, επισημαίνοντας ότι η επιβολή εμπορικών περιορισμών και η υποχώρηση της διεθνούς συνεργασίας ενισχύουν τις παγκόσμιες εντάσεις.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Αφρική εξακολουθεί να συγκεντρώνει τον μεγαλύτερο αριθμό συγκρούσεων με κρατική συμμετοχή, φτάνοντας τις 29. Ακολουθούν η Ασία, η Μέση Ανατολή, η αμερικανική ήπειρος και, τέλος, η Ευρώπη, η οποία εμφανίζει τον μικρότερο αριθμό τέτοιων συγκρούσεων.