Η εικόνα των νέων συντάξεων μετά το 2022 αποτυπώνει μια πραγματικότητα με έντονες ανισότητες. Ο επανυπολογισμός με βάση τις αποδοχές ολόκληρου του εργασιακού βίου οδήγησε σε καθαρά ποσά που για την πλειονότητα στον ιδιωτικό τομέα δεν ξεπερνούν τα 790 ευρώ, ενώ στο Δημόσιο διαμορφώνονται περίπου στα 1.400 ευρώ.
Τα τελευταία επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας επιβεβαιώνουν ότι η απόσταση μεταξύ των δύο τομέων παραμένει μεγάλη, ενώ οι αυξήσεις κρίνονται περιορισμένες.
Σύμφωνα με τα δεδομένα του πληροφοριακού συστήματος «Ηλιος» της ΗΔΙΚΑ για τον Ιανουάριο, η μέση κύρια σύνταξη για σχεδόν 2 εκατομμύρια συνταξιούχους διαμορφώθηκε στα 865,58 ευρώ μεικτά, έναντι 847 ευρώ τον προηγούμενο μήνα.
Η αύξηση που προέκυψε από την αναπροσαρμογή κατά 2,4% για το 2026 μεταφράστηκε σε μέσο όρο μόλις 18 ευρώ, ποσό που χαρακτηρίζεται ανεπαρκές μπροστά στο κόστος ζωής.
Η κατανομή των ποσών δείχνει ότι:
Πάνω από 500.000 συνταξιούχοι λαμβάνουν έως 700 ευρώ μεικτά (περίπου 658 ευρώ καθαρά).
Σχεδόν οι μισοί λαμβάνουν έως 1.000 ευρώ μεικτά (περίπου 940 ευρώ καθαρά).
Το 75% κινείται έως τα 1.500 ευρώ μεικτά (περίπου 1.410 ευρώ καθαρά).
Παρά τις κυβερνητικές αναφορές στη μείωση της προσωπικής διαφοράς, η αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων συνεχίζει να πιέζεται.
Τα στοιχεία για τις νέες συντάξεις του Ιανουαρίου δείχνουν ότι:
Στον ιδιωτικό τομέα, η μέση δαπάνη ανήλθε στα 789 ευρώ.
Στο Δημόσιο, η μέση δαπάνη έφτασε τα 1.468 ευρώ.
Η απόκλιση προσεγγίζει το 46%, ποσοστό που καταδεικνύει έντονη ανισορροπία.
Σύμφωνα με καταγραφή της ΕΝΥΠΕΚΚ, η διαφορά αυξήθηκε μέσα στο 2025: από 37% (450 ευρώ) τον Φεβρουάριο, έφτασε στο 44% (620 ευρώ) πριν διευρυνθεί περαιτέρω.
Ο πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ, Αλέξης Μητρόπουλος, επισημαίνει ότι ο μέσος όρος διαφοράς 41,68% το 2025 αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθώς αφορά ομοειδείς κατηγορίες πολιτών.
Η συρρίκνωση των νέων συντάξεων, ιδίως όσων εκδόθηκαν μετά το 2022, αποδίδεται σε μια σειρά παραγόντων:
Το πάγωμα των μισθολογικών αυξήσεων την περίοδο 2012–2023.
Την κατάργηση επιδομάτων και τη μη επαναφορά οικογενειακών παροχών στον ιδιωτικό τομέα μετά το 2012.
Την περιορισμένη κάλυψη των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που αγγίζει μόλις το 20% των μισθών.
Τις περιοριστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέσω του ΟΜΕΔ τα προηγούμενα χρόνια.
Την επιλογή χαμηλών ασφαλιστικών εισφορών από ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, λόγω φορολογικών πιέσεων.
Οι χαμηλότερες εισφορές και αποδοχές αντανακλώνται πλέον άμεσα στο τελικό ποσό της σύνταξης.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης με βάση τον μέσο όρο αποδοχών ολόκληρου του εργασιακού βίου, όπως προβλέφθηκε από τον νόμο 4387/2016 και διατηρήθηκε με τον νόμο 4670/2020.
Η επιλογή αυτή, σύμφωνα με τον κ. Μητρόπουλο, συνέβαλε στη σημαντική μείωση της ανταποδοτικής σύνταξης για όσους συνταξιοδοτήθηκαν μετά τον Μάιο του 2016, καθώς λαμβάνονται υπόψη και τα χρόνια χαμηλών αποδοχών.
Η κατάσταση ενδέχεται να επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια. Όπως εκτιμά ο καθηγητής, χιλιάδες ασφαλισμένοι μπορεί να δυσκολευτούν να συμπληρώσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις:
15 έτη ασφάλισης
Το 67ο έτος ηλικίας
Η εξέλιξη αυτή πλήττει κυρίως τις γυναίκες, οι οποίες στο παρελθόν αξιοποιούσαν πρόωρες συνταξιοδοτικές διατάξεις ώστε να συνδυάζουν εργασία και οικογενειακές υποχρεώσεις.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η πλειονότητα των νέων συνταξιούχων κινείται σε χαμηλά επίπεδα αποδοχών, με αυξήσεις που δεν καλύπτουν τις απώλειες της ακρίβειας.
Το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, η συρρίκνωση της ανταποδοτικής σύνταξης και η δυσκολία θεμελίωσης δικαιώματος συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης ανασφάλειας για τους μελλοντικούς δικαιούχους.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Καταγγελία για αδιανόητες απειλές σε βάρος αναπληρωτή εκπαιδευτικού από άλλον εκπαιδευτικό
Ηλεκτρική κουβέρτα: Το μεγάλο λάθος που κάνουμε όλοι στο κρεβάτι
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom