Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Υπάρχει ένα κλασικό λάθος που κάνουν όσοι αγαπούν την ετυμολογία: να νομίζουν ότι η καταγωγή μιας λέξης αποκαλύπτει τη «σωστή» σημασία της. Δεν την αποκαλύπτει. Η καταγωγή δείχνει από πού ξεκίνησε μια λέξη, όχι τι σημαίνει σήμερα — και ανάμεσα στα δύο μπορεί να μεσολαβούν χιλιετίες μετατοπίσεων. Η επόμενη περίπτωση είναι το καλύτερο παράδειγμα: αν κρίναμε τη σημασία της από τη ρίζα της, θα βγάζαμε συμπέρασμα εντελώς λάθος.
πόνος: ο κόπος
Στα αρχαία ο πόνος δεν σήμαινε πρωτίστως αυτό που σημαίνει σήμερα. Σήμαινε τον κόπο, τον μόχθο, τη σκληρή σωματική εργασία. Το ρήμα πονέω σήμαινε «μοχθώ, κοπιάζω», και επιβιώνει σε λέξεις όπως φιλόπονος και γεωπόνος — ο άνθρωπος που δουλεύει τη γη, όχι ο άνθρωπος που την πονάει.
Από τον πόνο σχηματίστηκε το επίθετο πονηρός, με την παραγωγική κατάληξη -ηρός που φτιάχνει και τα λυπηρός, τολμηρός, μοχθηρός. Η αρχική σημασία ήταν λοιπόν «επίπονος, κοπιώδης». Ο Ησίοδος ήδη τον 8ο αιώνα π.Χ. μιλάει για «ἔργα πονηρά», εννοώντας κοπιαστικές δουλειές.
Πώς ο κοπιασμένος έγινε πανούργος
Η πορεία έχει τέσσερα σκαλοπάτια, και το καθένα είναι λογικό.
Πρώτα, από την κοπιαστική δουλειά στον άνθρωπο που την κάνει: ο πονηρός γίνεται ο ταλαιπωρημένος, ο καταπονημένος, αυτός που βρίσκεται σε κακή κατάσταση. Έπειτα, από την κακή κατάσταση στην αρνητική αξιολόγηση: κακός, ανάξιος, τιποτένιος. Έπειτα, από την αναξιότητα στην κακοήθεια — και εδώ φτάνουμε στη γνωστή χριστιανική χρήση, όπου «ὁ πονηρός» είναι ο ίδιος ο διάβολος. Και τέλος, στη νεοελληνική, η σημασία μαλακώνει και μετατοπίζεται προς την εξυπνάδα: πονηρός σήμερα είναι ο πανούργος, ο τετραπέρατος, αυτός που ξέρει να βρίσκει το συμφέρον του.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Η λέξη έκανε ολόκληρη διαδρομή από τον μόχθο στον διάβολο και από τον διάβολο στην καπατσοσύνη.
Και εδώ φαίνεται γιατί η ετυμολογία δεν είναι οδηγός σημασίας. Αν κάποιος συμπέραινε από τη ρίζα ότι «πονηρός» σημαίνει «αυτός που πονάει», θα ήταν λογικός και εντελώς λάθος. Η ρίζα δεν λέει τι σημαίνει μια λέξη — λέει από πού ξεκίνησε το ταξίδι της.
Πηγές
Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας), λ. πόνος, πονηρός — greek-language.gr
Βικιλεξικό, λ. πονηρός
Ν. Σαραντάκος, «Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της;» — sarantakos.wordpress.com