Ένας από τους διακριτικότερους μηχανισμούς της ελληνικής είναι η διάσπαση: μια λέξη ακολουθεί δύο διαφορετικές πορείες, τη λόγια και τη λαϊκή, και καταλήγει σε δύο μορφές που ο σημερινός ομιλητής τις αντιλαμβάνεται ως ξεχωριστές λέξεις. Άλλοτε αλλάζει ο τόνος, άλλοτε η κατάληξη, άλλοτε μόνο η προφορά. Το αποτέλεσμα είναι ζεύγη λέξεων που μοιάζουν συγγενικά αλλά ποτέ δεν υποψιαζόμαστε πόσο στενή είναι η συγγένεια.
δουλεία: η σκλαβιά
Η αρχαία δουλεία σήμαινε ακριβώς αυτό που σημαίνει και σήμερα: την κατάσταση του δούλου, τη σκλαβιά. Παράγεται από το δοῦλος, και το ρήμα δουλεύω σήμαινε «είμαι δούλος», «εργάζομαι καταναγκαστικά».
Η ελληνική είχε βέβαια δικές της λέξεις για την εργασία: ἔργον, πόνος. Καμία τους δεν έφτασε στη σημερινή καθομιλουμένη με αυτή τη σημασία.
Από τη σκλαβιά στο μεροκάματο
Η μετατόπιση έγινε σε στάδια. Πρώτα η δουλεία σήμανε την καταναγκαστική εργασία· έπειτα κάθε κοπιαστική και επαχθή εργασία, σαν του δούλου· έπειτα την αμειβόμενη εργασία — η φράση «τὸν μισθὸν δουλείας σου» υπάρχει ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Στα μεσαιωνικά χρόνια η λέξη σημαίνει πια γενικά «εργασία, ασχολία».
Και τότε συμβαίνει η μορφολογική διάσπαση: ο τόνος κατεβαίνει και η προφορά αποκτά συνίζηση. Η δουλεία γίνεται δουλειά. Το ίδιο πέρασε και στο ρήμα: το δουλεύω, από «είμαι δούλος», κατέληξε να σημαίνει απλώς «εργάζομαι».
Τι λέμε στ' αλήθεια
Οι δύο λέξεις δεν είναι απλώς συγγενικές. Είναι η ίδια λέξη, με διαφορετικό τονισμό. «Πάω στη δουλειά» και «κατάργηση της δουλείας» χρησιμοποιούν τον ίδιο ακριβώς όρο.
Δεν χρειάζεται να βγάλουμε από αυτό κάποιο κοινωνικό συμπέρασμα — αν και είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς. Αρκεί η διαπίστωση ότι μια γλώσσα που δεν είχε ουδέτερη λαϊκή λέξη για την εργασία δανείστηκε τελικά τη λέξη της σκλαβιάς.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. δουλειά, δουλεία — greek-language.gr
Γ. Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, λ. δουλειά
Βικιλεξικό, λ. δουλειά — el.wiktionary.org