Μια πρώην φοιτήτρια καταγγέλλει ότι υπέστη ομαδικό βιασμό σε σπίτι φοιτητικής αδελφότητας του Cornell. Σχεδόν δύο χρόνια μετά την καταγγελλόμενη επίθεση, η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο, προκαλώντας αντιδράσεις και ανοίγοντας μια συζήτηση που αφορά τόσο τη διερεύνηση της σεξουαλικής βίας όσο και την ευθύνη ενός πανεπιστημίου απέναντι στους ανθρώπους που το εμπιστεύονται.
Η γυναίκα, η οποία εμφανίζεται στα δικαστικά έγγραφα με το συμβατικό όνομα Jane Doe για την προστασία της ταυτότητάς της, κατέθεσε στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 αστική αγωγή 101 σελίδων. Κατονομάζει επτά άνδρες και στρέφεται επίσης κατά του πανεπιστημίου, αμφισβητώντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η καταγγελία της.
Σύμφωνα με την αγωγή, η επίθεση συνέβη τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Οκτωβρίου 2024, στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi. Η τότε 20χρονη υποστηρίζει ότι βρισκόταν σε κατάσταση βαριάς μέθης, ότι πιέστηκε να καταναλώσει κεταμίνη και ότι υπέστη διαδοχικές σεξουαλικές επιθέσεις ενώ δεν ήταν σε θέση να συναινέσει.
Στην ίδια καταγγελία περιγράφονται μηνύματα σε ομαδική συνομιλία του Snapchat, τα οποία, κατά την ενάγουσα, ενθάρρυναν και άλλα μέλη της αδελφότητας να συμμετάσχουν. Οι ισχυρισμοί αυτοί βρίσκονται υπό διερεύνηση. Δικηγόροι ορισμένων από τους άνδρες που κατονομάζονται έχουν αρνηθεί οποιαδήποτε παράνομη πράξη, ενώ η αγωγή δεν ισοδυναμεί με ποινική καταδίκη.
Η φοιτήτρια απευθύνθηκε στην πανεπιστημιακή αστυνομία τον Νοέμβριο του 2024. Ωστόσο, η αρχική εισαγγελική εξέταση δεν οδήγησε σε ποινική δίωξη. Σήμερα, ένα από τα κεντρικά ερωτήματα είναι ποια ακριβώς στοιχεία διαβιβάστηκαν στον εισαγγελέα και κατά πόσο αποτύπωναν πλήρως όσα είχε καταθέσει η καταγγέλλουσα.
Σύμφωνα με το δημοσιογραφικό χρονικό του CNN, η απομαγνητοφώνηση της συνέντευξής της περιλάμβανε ρητή καταγγελία βιασμού, η οποία δεν εμφανιζόταν στην εξασέλιδη γραπτή δήλωση που συντάχθηκε κατόπιν. Ο εισαγγελέας της κομητείας υποστήριξε ότι η αρχική του απόφαση στηρίχθηκε στα στοιχεία που είχε τότε στη διάθεσή του.
Παράλληλα με την αστυνομική διαδικασία, το Cornell πραγματοποίησε εσωτερική έρευνα. Ο δικηγόρος της γυναίκας υποστηρίζει ότι δύο από τους άνδρες αποβλήθηκαν, ενώ στους υπόλοιπους επιβλήθηκαν ηπιότερες κυρώσεις. Το πανεπιστήμιο απορρίπτει την εικόνα μιας διαδικασίας χωρίς ουσιαστικές συνέπειες: αναφέρει ότι επιβλήθηκαν αποβολές και αναστολές και διευκρινίζει ότι καμία κύρωση δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην εκπόνηση γραπτής εργασίας.
Το παράρτημα της Chi Phi έκλεισε και, σύμφωνα με το πανεπιστήμιο, εξακολουθεί να απαγορεύεται η λειτουργία του στην πανεπιστημιούπολη. Οι διοικητικές κυρώσεις, πάντως, ακολουθούν διαφορετική διαδικασία από την ποινική έρευνα, η οποία καλείται να εξετάσει ενδεχόμενα αδικήματα.
Η σημαντικότερη εξέλιξη ήρθε την 1η Οκτωβρίου 2026. Με απόφαση της κυβερνήτη Κάθι Χότσουλ, το γραφείο της Γενικής Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, ανέλαβε ως ειδικός εισαγγελέας τη διερεύνηση της καταγγελλόμενης επίθεσης. Η Τζέιμς δεσμεύτηκε για πλήρη και δίκαιη έρευνα, με οδηγό τα πραγματικά στοιχεία και τον νόμο.
Στις 3 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Cornell, Μάικλ Κότλικοφ, αναγνώρισε σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του ότι υπάρχουν ανησυχητικά ερωτήματα για τους χειρισμούς της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Associated Press, δεσμεύτηκε για μεγαλύτερη διαφάνεια και υποστήριξε την ανεξάρτητη επανεξέταση της ανταπόκρισης του ιδρύματος.
Η δημόσια συζήτηση φέρνει πλέον στο προσκήνιο την ασφάλεια στην πανεπιστημιακή ζωή, τη λειτουργία των αδελφοτήτων και τις διαδικασίες υποστήριξης όσων καταγγέλλουν κακοποίηση. Για ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, η εμπιστοσύνη κρίνεται στην πράξη: στην πρόσβαση σε βοήθεια, στην προσεκτική καταγραφή των μαρτυριών και στην αποτελεσματική συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές.
Η νέα έρευνα καλείται να αποσαφηνίσει τόσο τα καταγγελλόμενα γεγονότα όσο και τους θεσμικούς χειρισμούς που ακολούθησαν. Η προστασία της ταυτότητας της γυναίκας, ο σεβασμός στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων και η διαφάνεια είναι αναγκαίες προϋποθέσεις μιας αξιόπιστης διαδικασίας. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δικαιούται απαντήσεις που θα στηρίζονται σε στοιχεία και θα συνοδεύονται από συγκεκριμένη λογοδοσία.