Το 2021 το μάθημα της Κοινωνιολογίας, μετά από 39 χρόνια συνεχούς παρουσίας, καταργήθηκε οριστικά από το επίσημο σχολικό πρόγραμμα, επισφραγίζοντας μια ευρύτερη αλλά και μεθοδευμένη υποτίμηση των κοινωνικών επιστημών στις εγκύκλιες σπουδές. Η εν λόγω πολιτική απόφαση ελήφθη χωρίς καμία παιδαγωγική τεκμηρίωση ή έστω κάποια σχετική επίσημη αξιολογική διεργασία η οποία να εξηγεί - έστω και προσχηματικά - «το πώς και το γιατί» της κατάργησης ενός μαθήματος, επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά την πολιτική επιβολή μιας αναχρονιστικής αλλά και παρωχημένης αντίληψης για την παιδεία στον τόπο.
Ο προβληματισμός όμως επανέρχεται καθώς βλέπουμε το Ελληνικό σχολείο να φθίνει μέρα τη μέρα, σε μια κοινωνία που όχι μόνο μεταλλάσσεται αλλά παρουσιάζει εμφανώς σημάδια κόπωσης, κατάπτωσης αλλά και γενικευμένης αξιακής έκπτωσης. Εν κατακλείδι, μετά από πέντε χρόνια υποβάθμισης και απομάκρυνσης των κοινωνικών επιστημών το σχολείο στην Ελλάδα έγινε καλύτερο; Αναδείχθηκαν, υποθετικά έστω, κάποια «οφέλη» από την εν λόγω απόφαση; Βελτιώθηκε η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης; Ενδυναμώθηκε η κριτική σκέψη των μαθητών/τριών από την απουσία της Κοινωνιολογίας; Διευρύνθηκε η κοινωνική και πολιτική συνείδηση των αυριανών πολιτών από την απόσυρση μαθημάτων όπως οι «Βασικές Αρχές Κοινωνικών Επιστημών» από τη Θεωρητική Κατεύθυνση και το μάθημα «Σύγχρονος Κόσμος: Πολίτης και Δημοκρατία» από τα μαθήματα γενικής παιδείας της Β΄ Λυκείου; Καλλιεργήθηκαν ευρύτερα τα ιδεώδη του ανθρωπισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης; Ενισχύθηκαν η κριτική ικανότητα και η ορθολογική σκέψη των μαθητών/τριών μας; Εμπεδώθηκε η κοινωνική τους ενσυναίσθηση; Προωθήθηκαν οι δημοκρατικές αξίες και οι προϋποθέσεις για την ενεργό και κριτικά υπεύθυνη συμμετοχή των νέων μας στη συλλογική ζωή; Απασχόλησε ποτέ κανέναν, το πώς χιλιάδες νεοεισερχόμενοι/ες φοιτητές/τριες σε σχολές κοινωνικών και πολιτικών επιστημών ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των σπουδών τους χωρίς ισχυρό γνωσιολογικό υπόβαθρο; Αξιολογήθηκαν άραγε από κάποιο αρμόδιο θεσμικό όργανο οι επιπτώσεις μιας παιδαγωγικά ατεκμηρίωτης, επιστημολογικά άστοχης και πολιτικά μυωπικής απόφασης όπως η συγκεκριμένη;
Είναι προφανές πως οι εναλλασσόμενες πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου ουδέποτε αναρωτήθηκαν για τις συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης αφού ακόμα και σήμερα οι «μεταρρυθμίσεις» στην εκπαίδευση συνεχίζουν να μην λαμβάνουν σοβαρά υπόψη ούτε τα πορίσματα της εκπαιδευτικής και κοινωνικής έρευνας ούτε όμως και τις ανάγκες, τους μετασχηματισμούς, τη δυναμική των κοινωνιών.
Η υποβάθμιση των κοινωνικών επιστημών ειδικότερα στο Λύκειο, με αποκορύφωμα την κατάργηση της Κοινωνιολογίας, συνεχίζει όχι μόνο να αποδυναμώνει τη δυναμική αυτών που ήδη σπουδάζουν ή πρόκειται να σπουδάσουν κοινωνικές, πολιτικές αλλά και ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά και να απομακρύνει την παιδεία στον τόπο μας από τις ρίζες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, τη Νεωτερική παράδοση, την παγκόσμια κοινωνική και πολιτική σκέψη. Παράλληλα υποδαυλίζει την απομάκρυνση των νέων ανθρώπων από τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της κοινωνίας ανοίγοντας δρόμο στην ευδοκίμηση μη ορθολογικών και υπερβατικών αντιλήψεων, στην αποδυνάμωση της κριτικής και έλλογης σκέψης, στην ανάδυση της συλλογικής απάθειας, στην αποστασιοποίηση από το κοινωνικό και πολιτικό «Γίγνεσθαι», στην ένταση του ορυμαγδού που διαπερνά τα μαζικά μέσα ενημέρωσης αλλά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον του τόπου αλλά και της ίδιας της δημοκρατίας.
Είναι σαφές πως η διδασκαλία της Κοινωνιολογίας από μόνη της δεν μπορεί να αλλάξει ένα στρεβλό εκπαιδευτικό σύστημα, πολλώ δε μάλλον μια κοινωνία που νοσεί και παραπαίει. Όσο όμως η παθογένεια, η αλλοτρίωση, η διαφθορά και η αξιακή διάβρωση σε κοινωνικό επίπεδο θα εντείνονται άλλο τόσο η κοινωνική πραγματικότητα θα εκδικείται επαναφέροντάς μας στα ίδια ερωτήματα:
- γιατί τόση βία απέναντι στις γυναίκες και στα ανυπεράσπιστα παιδιά;
- γιατί τόσο μίσος και τοξικότητα απέναντι στην ετερότητα;
- γιατί τόση παθητικότητα απέναντι στην εικόνα και το «φαίνεσθαι»;
- γιατί τόση αφέλεια απέναντι στην ψευδώνυμη αριστεία;
- γιατί τόση εχθρικότητα και απαξίωση απέναντι στους δασκάλους των παιδιών μας;
- γιατί τόση απάθεια απέναντι στην ανισότητα, την αμάθεια, τον ανορθολογισμό;
- γιατί τόση έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι σε θεσμούς, συλλογικές διεργασίες αλλά και κοινωνικές κατακτήσεις;
- γιατί τόση ανοχή απέναντι στην πολιτική υποκρισία, τη διαφθορά, το νεποτισμό και την οικογενειοκρατία;
Παραδόξως όλα αυτά και άλλα περισσότερα συνδέονται άμεσα και έμμεσα με την προώθηση ενός τύπου σχολείου που απομακρύνεται σταθερά από τον άνθρωπο και την κοινωνία του, απωθώντας από τις σχολικές αίθουσες κάθε αναλυτικό, κριτικό και ερμηνευτικό εργαλείο που θα μπορούσε να συνεισφέρει όχι μόνο στην κατανόηση αλλά και τη συνδιαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι νέοι άνθρωποι είναι κρίσιμο να μάθουν όχι το πώς «οριακά» να επιβιώνουν ή να κυριαρχούν ως εγωπαθή και αδιάφορα για την ύπαρξη των άλλων υποκείμενα, αλλά, να σκέφτονται και να πράττουν συντεταγμένα, να ονειρεύονται, να δημιουργούν, να κατακτούν, να μοιράζονται, να συν-αισθάνονται, να αλλάζουν τα «κακώς κείμενα» και το κυριότερο να διεκδικούν την ευτυχία και την αυτό-ολοκλήρωσή τους με γνώμονα το κοινό καλό, το δημόσιο και κοινωνικό συμφέρον.
Όσοι κατέχουν θέσεις ευθύνης στο πολιτικό μας σύστημα και ιδίως στο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής, ας αναλογιστούν, ενόψει και του «Εθνικού Απολυτηρίου» πώς όσο θα απουσιάζει ηχηρά από τις εγκύκλιες σπουδές όχι απλώς ένα μάθημα, αλλά ένα θεμελιακό πεδίο μελέτης, κατανόησης και ορθολογικής ερμηνείας του σύγχρονου κόσμου, το κοινωνικό μέλλον του τόπου θα υπονομεύεται και θα ναρκοθετείται. Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω έλλειμμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με πρακτικές μικροπολιτικής, τεχνητές αντιπαραθέσεις μεταξύ επιστημονικών κλάδων, συντεχνιακούς συμψηφισμούς, εμμονές που συνδέουν τις κοινωνικές επιστήμες με μορφές ιδεολογικής κατήχησης. Αντιθέτως, χωρίς περιστροφές και υποσημειώσεις, η αντιμετώπισή του προϋποθέτει τη διαμόρφωση μιας συντεταγμένης πολιτικής και παιδαγωγικής στρατηγικής η οποία θα επαναφέρει τον άνθρωπο και την κοινωνία του στο επίκεντρο της εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής πολιτικής.
(*) Καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής & Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.