Μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο: Έρχονται 9.454 μόνιμες θέσεις εργασίας μέσω εννέα νέων προκηρύξεων του ΑΣΕΠ

Εκπαίδευση 0

PISA: Περισσότερα χρήματα, καλύτερη παιδεία;

pisa
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Τι αποκαλύπτουν τα δεδομένα για τη σχέση δημόσιων εκπαιδευτικών δαπανών και μαθητικών επιδόσεων σε 22 ευρωπαϊκές χώρες (2006–2025)
0909

Το 399 π.Χ., στην Αθήνα, ο Σωκράτης καλείται να λογοδοτήσει ενώπιον των συμπολιτών του, αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της ασέβειας προς τους θεούς της πόλης και της διαφθοράς των νέων. Η σχέση του με τα κοινά υπήρξε ιδιότυπη: μολονότι συμμετείχε κατά καιρούς στους θεσμούς της αθηναϊκής πολιτείας, δεν κατέστησε την πολιτική σταδιοδρομία ή τη διεκδίκηση αξιωμάτων αυτοσκοπό. Αντιλαμβανόταν, αντιθέτως, την αποστολή του ως βαθύτατα πολιτική: όχι πρωτίστως ως άσκηση εξουσίας ή συμμετοχή στη διακυβέρνηση, αλλά ως αδιάλειπτη μέριμνα για την ηθική και πνευματική συγκρότηση της πόλης. Μέσα από τον διάλογο και τη φιλοσοφική εξέταση, απευθυνόταν σε κάθε συμπολίτη του ξεχωριστά, ιδίως στους νέους, επιδιώκοντας να αφυπνίσει τη συνείδηση, να καλλιεργήσει την κρίση και να καταστήσει την αναζήτηση της αρετής αναπόσπαστο μέλημα του ανθρώπινου βίου.

Κατά την απολογία του, η υπεράσπιση αυτής της αποστολής προσλαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις και μετατρέπεται σε κριτική της αθηναϊκής κοινωνίας. Ο Σωκράτης στηλιτεύει την προσήλωση των συμπολιτών του στον πλούτο, την τιμή και τη δόξα, όταν αυτή αποβαίνει εις βάρος της φροντίδας της ψυχής, της αυτογνωσίας και της αρετής. Στο καταληκτικό μέρος της απολογίας του διατυπώνει μία από τις πλέον εμβληματικές θέσεις της φιλοσοφικής παράδοσης: «Ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ» — η ζωή που δεν υποβάλλεται σε εξέταση και αναστοχασμό δεν αξίζει να βιώνεται (Πλάτων, Απολογία, 38a).

Η σωκρατική αυτή παρακαταθήκη αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στη σύγχρονη εποχή, κατά την οποία η πρωτοφανής αφθονία των διαθέσιμων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ταχεία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, διευρύνει εντυπωσιακά τις δυνατότητες πρόσβασης, επεξεργασίας και παραγωγής πληροφοριακού περιεχομένου, χωρίς να διασφαλίζει κατ’ ανάγκην την ουσιαστική κατανόησή του. Η συσσώρευση πληροφοριών δεν ισοδυναμεί με τη γνώση, όπως και η ευχέρεια ανάκτησης μιας απάντησης δεν συνεπάγεται την ικανότητα αξιολόγησης της εγκυρότητάς της.

Κατά την άποψή μου, η σωκρατική αρχή θα έπρεπε να αποτελεί θεμελιώδες παιδαγωγικό έρεισμα ήδη από τις πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Συχνά, η εκπαιδευτική διαδικασία οργανώνεται πρωτίστως γύρω από τη μετάδοση και την αφομοίωση ενός προκαθορισμένου σώματος γνώσεων, ενώ η συστηματική καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, της αμφισβήτησης και του αναστοχασμού παραμένει περιορισμένη και μετατίθεται σε μεταγενέστερα στάδια. Έτσι, η ουσιαστική επαφή με αυτές τις δεξιότητες συχνά έρχεται μόνον κατά τη φοίτηση στο πανεπιστήμιο, μέσα από περισσότερο εξειδικευμένα ή ακαδημαϊκά αντικείμενα — και ούτε τότε είναι πάντοτε δεδομένη. 

Τα παιδιά, ωστόσο, δεν αρκεί να μαθαίνουν τι γνωρίζει η ανθρωπότητα· οφείλουν, παράλληλα, να εξοικειώνονται με το πώς συγκροτείται, τεκμηριώνεται και αναθεωρείται η γνώση. Με άλλα λόγια, πρέπει να μάθουν όχι μόνο τι να σκέφτονται, αλλά κυρίως πώς να σκέφτονται. Για τον λόγο αυτό, θεωρώ απαραίτητη την εισαγωγή βασικών αρχών της φιλοσοφίας της επιστήμης, της επιστημολογίας και της ερευνητικής μεθοδολογίας στο σχολικό πρόγραμμα, με τρόπο προσαρμοσμένο στην ηλικία και το γνωστικό επίπεδο των μαθητών και με σταδιακή εμβάθυνση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Μέσα από αυτή την εξοικείωση, οι μαθητές θα μπορούν να κατανοούν όχι μόνο τα πορίσματα κάθε επιστημονικού κλάδου, αλλά και τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις διαδικασίες τεκμηρίωσης που θεμελιώνουν την επιστημονική γνώση.

Από το δικαίωμα στη χρηματοδότηση

Η σημασία της εκπαίδευσης ως μέσου πνευματικής καλλιέργειας και ανάπτυξης της κριτικής σκέψης καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό το ζήτημα της ισότιμης πρόσβασης σε αυτήν. Για μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας, η συστηματική και ανώτερη μόρφωση —η πρόσβαση σε δασκάλους, βιβλία, πανεπιστήμια και πνευματικούς κύκλους— υπήρξε, σε δυσανάλογο βαθμό, προνόμιο των οικονομικά ισχυρών. Η εξάπλωση της δημόσιας εκπαίδευσης μετέβαλε ριζικά αυτή την ιστορική συνθήκη: η μόρφωση έπαψε να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο και αναγνωρίστηκε ως κοινωνικό δικαίωμα, θεμελιώδης προϋπόθεση της κοινωνικής συμμετοχής και δυνητικός μοχλός κοινωνικής κινητικότητας.

Η καθολική πρόσβαση, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ουσιαστική ισότητα εκπαιδευτικών ευκαιριών. Όπως επισημάνθηκε και σε προηγούμενο άρθρο μου στο Alfavita, με τίτλο «Η υποεπένδυση στην παιδεία και ο κίνδυνος διεύρυνσης των εκπαιδευτικών ανισοτήτων», η κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειας εξακολουθεί να επηρεάζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες συντελείται η μάθηση: από την υλική υποστήριξη και το πολιτισμικό περιβάλλον έως τις εκπαιδευτικές προσδοκίες και τις δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης. Υπό αυτή την έννοια, η δημόσια χρηματοδότηση της εκπαίδευσης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα δημοσιονομικής κατανομής, αλλά αντανακλά και τις κοινωνικές προτεραιότητες μιας πολιτείας. Μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό των ανισοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαθέσιμοι πόροι κατανέμονται με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες και αξιοποιούνται αποτελεσματικά.

Ανακύπτει, επομένως, ένα ερώτημα με δημοσιονομική, εκπαιδευτική και βαθιά κοινωνική διάσταση: σε ποιον βαθμό η αύξηση των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση συνδέεται με καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα; Και, κυρίως, υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί η δημόσια επένδυση στην παιδεία να μεταφραστεί σε ουσιαστικότερες εκπαιδευτικές ευκαιρίες για όλους;

Από το ιδεώδες στα δεδομένα

Για να διερευνήσουμε το ερώτημα, εξετάζουμε τη σχέση μεταξύ των επιδόσεων των μαθητών ηλικίας 15 ετών στην PISA του ΟΟΣΑ και των δημόσιων εκπαιδευτικών δαπανών ως ποσοστού του ΑΕΠ (Eurostat, COFOG GF09). Η PISA (Programme for International Student Assessment) είναι ένα διεθνές πρόγραμμα αξιολόγησης του ΟΟΣΑ, το οποίο αποτιμά κατά πόσο οι μαθητές μπορούν να αξιοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους σε πραγματικές συνθήκες, στους τομείς των Μαθηματικών, της Κατανόησης Κειμένου και των Φυσικών Επιστημών.

Το δείγμα περιλαμβάνει 22 ευρωπαϊκές χώρες και επτά κύματα αξιολόγησης, από το 2006 έως το 2025. Για τη συνολική αποτίμηση των επιδόσεων χρησιμοποιείται ένας σύνθετος δείκτης, υπολογισμένος ως ο αριθμητικός μέσος όρος των τριών βαθμολογιών. Η βασική ανάλυση καλύπτει την περίοδο 2006–2022 (128 παρατηρήσεις). Στην επέκταση της ανάλυσης έως το 2025 (150 παρατηρήσεις), οι επιδόσεις του PISA 2025 αντιστοιχίζονται με τις δαπάνες του 2024, καθώς τα στοιχεία για το 2025 δεν είναι ακόμη διαθέσιμα.

Η PISA, σαφώς, δεν αποτυπώνει το σύνολο της παιδείας ούτε συνιστά συνολική αξιολόγηση της ποιότητας ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Αποτελεί, ωστόσο, μια χρήσιμη ένδειξη βασικών μαθησιακών αποτελεσμάτων.

Μια υποχώρηση που δεν μπορεί να αγνοηθεί

9-099

 

Ο μέσος σύνθετος δείκτης των 22 χωρών παρέμεινε σχετικά σταθερός από το 2006 έως το 2018, κυμαινόμενος μεταξύ 494 και 499 μονάδων. Στη συνέχεια, υποχώρησε στις 482,8 μονάδες το 2022 και στις 471,2 το 2025. Μάλιστα, μεταξύ 2022 και 2025, οι επιδόσεις μειώθηκαν σε 20 από τις 21 χώρες με διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία, καταγράφοντας μέση πτώση 10,9 μονάδων.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια ευρύτερη εκπαιδευτική πρόκληση, δηλαδή τη δυσκολία διατήρησης και ενίσχυσης βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Χρειάζεται, ωστόσο, μια ουσιώδης διευκρίνιση: οι επιδόσεις αυτές αποτυπώνουν όσα αξιολογεί η PISA, βάσει των δικών της μεθοδολογικών και αξιολογικών κριτηρίων. Δεν συνιστούν συνολική αποτίμηση της παιδείας, καθώς διαφορετικά εργαλεία αξιολόγησης ενδέχεται να αναδείκνυαν άλλες, εξίσου σημαντικές, διαστάσεις της εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Άλλωστε, ό,τι δεν μετράται δεν είναι κατ’ ανάγκην και ανύπαρκτο.

Περισσότερες δαπάνες, καλύτερες επιδόσεις;

435

Αφού εξετάσαμε την πορεία των μαθητικών επιδόσεων, το επόμενο ερώτημα αφορά τη σχέση τους με το ύψος των δημόσιων εκπαιδευτικών δαπανών: συνοδεύεται, άραγε, η μεγαλύτερη χρηματοδότηση από καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα; Για να λάβουμε υπόψη ότι οι εκπαιδευτικές επενδύσεις ενδέχεται να χρειάζονται χρόνο προτού αποτυπωθούν στις επιδόσεις, εξετάζουμε τις δαπάνες του προηγούμενου κύματος της PISA σε σχέση με τις επιδόσεις του επόμενου. Στις 106 αντιστοιχισμένες παρατηρήσεις της περιόδου 2009–2022, η συνολική συσχέτιση είναι θετική (r = +0,38). Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται όταν διαχωρίσουμε τις διαφορές μεταξύ των χωρών από τις μεταβολές στο εσωτερικό τους: η συσχέτιση μεταξύ των μέσων όρων των χωρών ανέρχεται σε +0,44, ενώ εντός της ίδιας χώρας διαμορφώνεται σε +0,28. Όταν ληφθούν υπόψη και οι κοινές χρονικές επιδράσεις, η σχέση γίνεται ασθενώς αρνητική (r = −0,07).

Για να διερευνήσουμε βαθύτερα αυτή τη διαφοροποίηση, εκτιμούμε τρία διαδοχικά οικονομετρικά υποδείγματα. Το πρώτο, γνωστό ως Pooled OLS, συνυπολογίζει όλες τις παρατηρήσεις, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας. Η εκτίμηση είναι θετική: κάθε επιπλέον ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ που διατίθεται στη δημόσια εκπαίδευση κατά το προηγούμενο κύμα συνδέεται με αύξηση περίπου 6,50 μονάδων PISA στο επόμενο (p = 0,049). Η σχέση είναι στατιστικά σημαντική στο επίπεδο του 5%, αλλά δεν διακρίνει εάν οφείλεται στις διαφορές μεταξύ των χωρών ή στις μεταβολές εντός καθεμιάς.

Το δεύτερο υπόδειγμα, με σταθερές επιδράσεις χώρας (Country Fixed Effects), λαμβάνει υπόψη χαρακτηριστικά που παραμένουν σχετικά σταθερά στον χρόνο, όπως ιστορικές, θεσμικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες. Έτσι, η σύγκριση επικεντρώνεται στις μεταβολές στο εσωτερικό κάθε χώρας. Ο συντελεστής διαμορφώνεται σε +5,85 μονάδες PISA (p = 0,003), παραμένοντας θετικός και στατιστικά σημαντικός. Το εύρημα υποδηλώνει ότι υψηλότερες δαπάνες σε προηγούμενη περίοδο συνδέονται με καλύτερες μεταγενέστερες επιδόσεις, ακόμη και όταν ελέγχονται οι σταθερές διαφορές μεταξύ των χωρών.

Το τρίτο υπόδειγμα, με σταθερές επιδράσεις χώρας και χρονικής περιόδου (Two-Way Fixed Effects), λαμβάνει επιπλέον υπόψη κοινές εξελίξεις που επηρεάζουν όλες τις χώρες, όπως διεθνείς οικονομικές κρίσεις και η πανδημία. Εδώ ο συντελεστής γίνεται αρνητικός, αλλά περιορίζεται σε −1,25 και δεν είναι στατιστικά σημαντικός (p = 0,615). Επομένως, όταν ελέγχονται τόσο οι σταθερές διαφορές μεταξύ των χωρών όσο και οι κοινές χρονικές επιδράσεις, δεν προκύπτει στατιστικά σημαντική ένδειξη ότι οι μεταβολές στις εκπαιδευτικές δαπάνες συνδέονται με αντίστοιχες μεταβολές στις μεταγενέστερες μαθητικές επιδόσεις.

Συνολικά, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι υψηλότερες δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες συνδέονται με καλύτερες μαθητικές επιδόσεις, ωστόσο η θετική αυτή σχέση δεν επιβεβαιώνεται όταν λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεταξύ των χωρών και οι κοινές χρονικές εξελίξεις. Αυτό υποδηλώνει ότι η χρηματοδότηση, αν και απαραίτητη, δεν αρκεί από μόνη της για τη βελτίωση της εκπαίδευσης. Οι μαθητικές επιδόσεις επηρεάζονται και από άλλους παράγοντες, όπως η κοινωνικοοικονομική προέλευση των μαθητών, η ποιότητα της διδασκαλίας και το οικογενειακό περιβάλλον. Επομένως, πέρα από το ύψος των δαπανών, καθοριστική σημασία έχει ο τρόπος κατανομής και αξιοποίησης των πόρων, ενώ τα ευρήματα δεν τεκμηριώνουν από μόνα τους αιτιώδη σχέση.

Η ελληνική περίπτωση

Η περίπτωση της Ελλάδας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Κατά την περίοδο 2006–2022, η χώρα διέθεσε κατά μέσο όρο το 4,17% του ΑΕΠ της στη δημόσια εκπαίδευση, έναντι 5,23% στο σύνολο των 22 χωρών του δείγματος, καταλαμβάνοντας την 21η θέση ως προς το ύψος των δαπανών. Η εικόνα των μαθητικών επιδόσεων είναι εξίσου ανησυχητική: η μέση σύνθετη επίδοση της χώρας διαμορφώθηκε στις 458,5 μονάδες, έναντι 494,1 μονάδων για το δείγμα. Μάλιστα, η Ελλάδα βρέθηκε στην τελευταία θέση και στα επτά κύματα της PISA που εξετάζονται.

5466

 

Η υστέρηση αυτή δεν περιορίζεται σε κάποιον συγκεκριμένο γνωστικό τομέα. Καταγράφεται τόσο στα Μαθηματικά όσο και στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες. Τα διαγράμματα αποτυπώνουν, επιπλέον, μια μακροχρόνια υποχώρηση των επιδόσεων, με εντονότερη επιδείνωση στις τελευταίες αξιολογήσεις. Το 2025, η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες στα Μαθηματικά, 423 στην Κατανόηση Κειμένου και 434 στις Φυσικές Επιστήμες, επιδόσεις που υπολείπονται αισθητά του μέσου όρου των χωρών του δείγματος.

Η χαμηλότερη χρηματοδότηση και οι ασθενέστερες μαθητικές επιδόσεις της Ελλάδας συμβαδίζουν με τη θετική συσχέτιση που παρατηρείται μεταξύ των χωρών. Ωστόσο, η οικονομετρική ανάλυση δεν επιβεβαιώνει ότι η αύξηση των δαπανών οδηγεί από μόνη της σε καλύτερες επιδόσεις. Η ελληνική περίπτωση αναδεικνύει, επομένως, την ανάγκη όχι μόνο για επαρκή χρηματοδότηση, αλλά και για αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τις ευρύτερες κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνθήκες.

Η παιδεία ως επένδυση στον άνθρωπο

Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι «ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ», αναδεικνύοντας τη σημασία της κριτικής σκέψης και της διαρκούς αναζήτησης της γνώσης. Η αντίληψη αυτή υπενθυμίζει ότι ο σκοπός της παιδείας δεν εξαντλείται στη μετάδοση πληροφοριών, αλλά περιλαμβάνει την καλλιέργεια της ικανότητας του ανθρώπου να σκέφτεται, να εξετάζει και να διαμορφώνει αυτοτελή κρίση.

Η εκπλήρωση αυτού του σκοπού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη κατάλληλων εκπαιδευτικών συνθηκών και επαρκών πόρων. Η παρούσα ανάλυση εξέτασε μία συγκεκριμένη διάσταση αυτής της προϋπόθεσης, τη σχέση μεταξύ δημόσιων εκπαιδευτικών δαπανών και μαθητικών επιδόσεων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι υψηλότερες δαπάνες συνδέονται γενικά με καλύτερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών, χωρίς όμως η θετική αυτή σχέση να επιβεβαιώνεται σε όλες τις οικονομετρικές προδιαγραφές. Συνεπώς, η χρηματοδότηση αποτελεί σημαντική παράμετρο της εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά το ύψος της δεν αρκεί για να εξηγήσει από μόνο του τα μαθησιακά αποτελέσματα. Εξίσου σημαντικό είναι να εξετάζουμε πώς κατανέμονται και αξιοποιούνται οι διαθέσιμοι πόροι.

Ίσως, επομένως, το ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε δεν είναι μόνο πόσα επενδύουμε στην παιδεία, αλλά και κατά πόσο οι επιλογές μας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την καλλιέργεια της σκέψης και της γνώσης. Γιατί η αξία της εκπαίδευσης δεν αποτυπώνεται αποκλειστικά στις επιδόσεις που μετρούν οι δείκτες, αλλά και στις δυνατότητες που προσφέρει στον άνθρωπο.

 

 

Πηγές και ενδεικτική βιβλιογραφία

 

  • OECD (2023), PISA 2022 Results (Volume I): The State of Learning and Equity in Education, OECD Publishing, Paris.
  • OECD (2026), PISA 2025 Results (Volume I): Future-Ready Students, OECD Publishing, Paris, https://doi.org/10.1787/73451bc5-en.
  • Eurostat (2026), Government expenditure on education, σύνολο δεδομένων gov_10a_exp, COFOG GF09 (γενική κυβέρνηση, % του ΑΕΠ).
  • Πλάτων, Απολογία Σωκράτους, 38a.
0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

ΑΤΜ στο εξωτερικό: Πώς θα καταλάβετε αν σας χρεώνουν έξτρα προμήθεια

13ος και 14ος μισθός: Στο Δικαστήριο της ΕΕ το ερώτημα για τα δώρα στο Δημόσιο

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

εκπαίδευση