Τον επανασχεδιασμό του δικτύου των σχολικών μονάδων, με παρεμβάσεις που αφορούν το μέγεθος των σχολείων και των τάξεων, το ωράριο λειτουργίας, τη διοίκηση και την κατανομή των εκπαιδευτικών, περιγράφει το Στρατηγικό Σχέδιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έως το 2029 του υπουργείου Παιδείας.
Η βασική κατεύθυνση είναι η προσαρμογή του σχολικού χάρτη στις δημογραφικές και τεχνολογικές εξελίξεις, με δηλωμένο στόχο τη δημιουργία ενός νέου δικτύου. Πίσω από αυτή τη γενική διατύπωση βρίσκονται αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα μαθητών, οικογενειών και εκπαιδευτικών.
Σχολικές μονάδες με ενιαία διοίκηση
Στο κείμενο προβλέπεται η προώθηση σχολικών μονάδων με ενιαία διοίκηση, ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα οι υποδομές, το ανθρώπινο δυναμικό και τα ψηφιακά εργαλεία, όπως το Ολοκληρωμένο Ψηφιακό Πληροφοριακό Σύστημα e-schools.
Ωστόσο, στο συγκεκριμένο απόσπασμα δεν εξειδικεύεται το μοντέλο: δεν προσδιορίζεται ποιες μονάδες θα αφορά, ποια θα είναι η διοικητική τους διάρθρωση και πώς θα οργανώνεται η καθημερινή λειτουργία τους. Επομένως, η πρόβλεψη δεν αποτελεί από μόνη της ανακοίνωση συγκεκριμένων συγχωνεύσεων ή καταργήσεων σχολείων, θέτει όμως ζήτημα αναδιοργάνωσης που χρειάζεται σαφείς απαντήσεις.
Αντίστοιχα, η αναφορά στον «εξορθολογισμό» του μεγέθους των τάξεων δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα αριθμητικά όρια ή από διευκρίνιση για την κατεύθυνση των μεταβολών.
Δημογραφικός σχεδιασμός με ορίζοντα εικοσαετίας
Ο σχεδιασμός, σύμφωνα με το υπουργείο, θα βασίζεται σε ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα, καλύπτοντας τις υφιστάμενες ανάγκες αλλά και τις μεταβολές που προβλέπονται για την επόμενη πενταετία, δεκαετία και εικοσαετία.
Παράλληλα, προβλέπεται συνεκτίμηση κοινωνικών και μικροδημογραφικών δεδομένων, καθώς και των ιδιαίτερων γεωγραφικών και οικονομικών συνθηκών κάθε περιοχής.
Η πρόβλεψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή του σχεδίου. Η απόσταση από το σχολείο, η ασφάλεια της μετακίνησης, οι διαθέσιμοι χώροι και οι ανάγκες των παιδιών αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια εκπαιδευτικού σχεδιασμού. Ένα σχολικό δίκτυο κρίνεται λειτουργικό όταν εξασφαλίζει πραγματική και ισότιμη πρόσβαση στη μάθηση.
Επαναπροσδιορισμός των οργανικών θέσεων
Η αναδιοργάνωση του σχολικού χάρτη συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση του εκπαιδευτικού προσωπικού και τον επαναπροσδιορισμό των οργανικών θέσεων.
Το υπουργείο Παιδείας, σε συνεργασία με τα υπουργεία Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, προτάσσει τη σταδιακή στελέχωση με μόνιμο προσωπικό . Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς η στρατηγική δέσμευση θα μεταφραστεί σε οργανικές θέσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες και σε σταθερή παρουσία εκπαιδευτικών στις τάξεις.
Eduplan.ai για την πρόβλεψη και την καταγραφή των κενών
Για την υποστήριξη της διαδικασίας προβλέπεται η αξιοποίηση του Eduplan.ai, ενός νέου Έξυπνου Συστήματος Προβλεπτικής Στελέχωσης Σχολικών Μονάδων και Εκπαιδευτικής Πολιτικής.
Στόχοι του είναι η καταγραφή των κενών, η ταχύτερη επεξεργασία δεδομένων και η ορθολογική κατανομή του προσωπικού, ώστε τα σχολεία να στελεχώνονται εγκαίρως.
Η τεχνολογία μπορεί να βελτιώσει τον προγραμματισμό, εφόσον τα στοιχεία είναι ακριβή, επικαιροποιούνται και μπορούν να διορθώνονται. Η κάλυψη των αναγκών, όμως, εξαρτάται τελικά από τις διαθέσιμες πιστώσεις, τις προσλήψεις και τις υπηρεσιακές αποφάσεις.
Ο νέος σχολικός χάρτης θα κριθεί στο σημείο όπου ο σχεδιασμός συναντά την καθημερινότητα: αν μειώνει τα κενά, στηρίζει το ολοήμερο, βελτιώνει τις συνθήκες διδασκαλίας και κρατά το σχολείο προσιτό σε κάθε παιδί. Εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας εκπαιδευτικής αναδιοργάνωσης.
Κριτική αποτίμηση: Ο «εξορθολογισμός» χρειάζεται εκπαιδευτικό περιεχόμενο
Ο επανασχεδιασμός του σχολικού χάρτη αποτελεί αναγκαίο πεδίο δημόσιας πολιτικής, καθώς οι ανάγκες των περιοχών μεταβάλλονται και ο προγραμματισμός χρειάζεται να υπερβαίνει τη διαχείριση των κενών κάθε Σεπτέμβριο. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος στόχος θα καθοδηγήσει τις αλλαγές και με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί το αποτέλεσμά τους.
Στο κείμενο του υπουργείου κυριαρχούν έννοιες όπως «βιωσιμότητα», «λειτουργικότητα» και «ορθολογική κατανομή». Δεν αποσαφηνίζεται, όμως, πώς αυτές μεταφράζονται σε παιδαγωγικούς στόχους: μικρότερες τάξεις όπου χρειάζεται, περισσότερο χρόνο υποστήριξης των μαθητών, περιορισμό των μετακινήσεων και σταθερότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού.
Η δημογραφική υποχώρηση μπορεί να γίνει ευκαιρία αναβάθμισης
Η μείωση του μαθητικού πληθυσμού δεν υπαγορεύει μία και μοναδική εκπαιδευτική επιλογή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για περιορισμό μονάδων και θέσεων, αλλά μπορεί επίσης να δημιουργήσει περιθώριο για λιγότερους μαθητές ανά τμήμα, περισσότερο χώρο και ουσιαστικότερη εξατομικευμένη διδασκαλία.
Αυτή είναι μια κεντρική πολιτική επιλογή που παραμένει ανοιχτή στο συγκεκριμένο απόσπασμα. Το υπουργείο χρειάζεται να εξηγήσει αν η προσαρμογή στα δημογραφικά δεδομένα θα συνοδεύεται από αναβάθμιση των συνθηκών μάθησης και ποιες εγγυήσεις θα αποτρέπουν την αποκλειστικά δημοσιονομική αξιολόγηση των σχολείων.
Ιδίως στις απομακρυσμένες περιοχές, το κόστος λειτουργίας δεν αποτυπώνει ολόκληρη την αξία ενός σχολείου. Χρειάζεται να συνυπολογίζονται η καθημερινή επιβάρυνση των παιδιών, η δυνατότητα των οικογενειών να παραμένουν στον τόπο τους και η συνοχή της κοινότητας.
Ενιαία διοίκηση με ποιες αρμοδιότητες και ποια υποστήριξη;
Η ενιαία διοίκηση ενδέχεται να διευκολύνει τον συντονισμό και την κοινή αξιοποίηση υποδομών. Η αποτελεσματικότητά της, όμως, εξαρτάται από τις αποστάσεις, το μέγεθος των μονάδων, τις αρμοδιότητες και τη διαθέσιμη διοικητική υποστήριξη.
Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν μεγαλύτερα διοικητικά σχήματα, στα οποία η διεύθυνση θα βρίσκεται μακρύτερα από την καθημερινότητα κάθε σχολείου και οι εκπαιδευτικοί θα αναλαμβάνουν πρόσθετες υποχρεώσεις. Γι’ αυτό απαιτείται συγκεκριμένο οργανωτικό μοντέλο, ουσιαστική συμμετοχή των Συλλόγων Διδασκόντων και αξιολόγηση των συνεπειών πριν από τη γενίκευση οποιασδήποτε αλλαγής.
Οι οργανικές θέσεις πρέπει να ακολουθούν τις μορφωτικές ανάγκες
Θετική κατεύθυνση αποτελεί η αναφορά στη μόνιμη στελέχωση και στη συνεχή επιμόρφωση. Η δέσμευση παραμένει, ωστόσο, γενική χωρίς αριθμητικούς στόχους, χρηματοδότηση και χρονοδιάγραμμα.
Ο επαναπροσδιορισμός των οργανικών θέσεων χρειάζεται να υπολογίζει τις ανάγκες του ολοήμερου, της ειδικής αγωγής και της υποστήριξης των μαθητών, καθώς και τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες. Η μείωση των καταγεγραμμένων κενών έχει αξία όταν προκύπτει από την κάλυψη των αναγκών και όχι από τη συρρίκνωση των προβλεπόμενων θέσεων.
Το ψηφιακό σύστημα είναι εργαλείο· οι προτεραιότητες παραμένουν πολιτική ευθύνη
Το Eduplan.ai μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη πρόβλεψη αναγκών. Κάθε τέτοιο σύστημα, όμως, λειτουργεί βάσει των δεδομένων, των κανόνων και των στόχων που έχουν επιλεγεί.
Χρειάζονται επομένως διαφάνεια στα κριτήρια, έλεγχος της ακρίβειας, προστασία των προσωπικών δεδομένων και δυνατότητα ανθρώπινης επανεξέτασης των αποτελεσμάτων. Ένας αριθμητικά αποδοτικός συνδυασμός τοποθετήσεων μπορεί να συνεπάγεται εξαντλητικές μετακινήσεις ή κατακερματισμό της εργασίας ενός εκπαιδευτικού σε πολλά σχολεία. Αυτές οι συνέπειες πρέπει να αποτυπώνονται στον σχεδιασμό.
Η ουσιαστική δοκιμασία του στρατηγικού σχεδίου θα είναι η δημόσια λογοδοσία: ποια προβλήματα επιλύθηκαν, πόσα σχολεία στελεχώθηκαν εγκαίρως, πώς βελτιώθηκε η λειτουργία του ολοήμερου και τι άλλαξε για τα παιδιά στις πιο δύσκολες συνθήκες. Ένας καλύτερος σχολικός χάρτης οφείλει να φαίνεται πρώτα στην τάξη και έπειτα στους διοικητικούς πίνακες.