1. Η χαρά ως αφετηρία, όχι ως αυτοσκοπός
Μια επιστολή του Αϊνστάιν προς τον γιο του, το 1915, επανέρχεται σήμερα ως αφορμή για να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τη μάθηση. Ο μεγάλος φυσικός τον ενθαρρύνει να ασχολείται με τη μουσική που του αρέσει, ακόμη κι όταν δεν του την έχει αναθέσει ο δάσκαλός του. Η ουσία της συμβουλής είναι απλή: μαθαίνουμε περισσότερα όταν αφοσιωνόμαστε σε κάτι που μας ενδιαφέρει τόσο, ώστε να χάνουμε την αίσθηση του χρόνου.
Η σκέψη αυτή έχει αναμφισβήτητη παιδαγωγική αξία. Αμφισβητεί την αντίληψη ότι η μάθηση ταυτίζεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων και την επίτευξη βαθμολογικών στόχων. Δεν εξαντλείται σε όσα ο μαθητής οφείλει να γνωρίζει, αλλά περιλαμβάνει όσα επιθυμεί να ανακαλύψει. Ωστόσο, μια εύστοχη συμβουλή δεν αποτελεί από μόνη της ολοκληρωμένη θεωρία της Παιδείας. Χρειάζεται να εξετάσουμε τι σημαίνει πραγματικά να μαθαίνουμε και ποιον άνθρωπο θέλουμε να διαμορφώσουμε μέσα από αυτή τη διαδικασία.
2. Η ευχαρίστηση και η δυσκολία
Η προσωπική επιθυμία μπορεί να γίνει ισχυρή κινητήρια δύναμη της γνώσης. Δεν αρκεί, όμως, πάντοτε για να την κατακτήσουμε. Η εκμάθηση μιας γλώσσας, η κατανόηση ενός απαιτητικού κειμένου ή η επίλυση ενός μαθηματικού προβλήματος προϋποθέτουν συχνά υπομονή, επανάληψη και προσπάθεια χωρίς άμεση ανταμοιβή.
Εάν ταυτίσουμε τη μάθηση με την ευχαρίστηση, κινδυνεύουμε να θεωρήσουμε περιττή κάθε δυσκολία. Εάν, αντίθετα, την ταυτίσουμε με την υποχρέωση, κινδυνεύουμε να μετατρέψουμε τη γνώση σε καταναγκασμό. Η ουσιαστική παιδαγωγική αναζήτηση βρίσκεται πέρα από αυτή την αντίθεση: πώς θα βοηθήσουμε τον μαθητή να ανακαλύψει την ευχαρίστηση που μπορεί να γεννηθεί ακόμη και μέσα από μια απαιτητική προσπάθεια;
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Δεν ζητούμε να είναι όλα ευχάριστα, αλλά να αποκτούν νόημα. Η επιμονή δεν χρειάζεται να είναι τιμωρία και η πειθαρχία δεν είναι αναγκαστικά υποταγή. Μπορούν να αποτελούν συνειδητές επιλογές ενός ανθρώπου που κατανοεί τον σκοπό της προσπάθειάς του.
3. Ελευθερία χωρίς εγκατάλειψη
Η συμβουλή του Αϊνστάιν υποδεικνύει, επίσης, τη σημασία της προσωπικής πρωτοβουλίας. Ο μαθητής δικαιούται να αναζητά πέρα από το σχολικό πρόγραμμα, να ακολουθεί ερωτήματα που δεν προβλέπονται στην εξεταστέα ύλη και να δοκιμάζει δραστηριότητες που δεν αξιολογούνται με βαθμούς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός καθίσταται περιττός. Αντίθετα, η παιδαγωγική του ευθύνη γίνεται απαιτητικότερη. Δεν αρκεί να μεταδίδει γνώσεις ούτε να επιβάλλει την εφαρμογή μιας μεθόδου. Χρειάζεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε ο μαθητής να αναπτύσσει σταδιακά την αυτονομία του.
4. Η ελευθερία, άλλωστε, δεν είναι εγκατάλειψη του παιδιού στις αυθόρμητες προτιμήσεις του
Είναι η δυνατότητά του να ανακαλύπτει ενδιαφέροντα, να δοκιμάζει τις δυνάμεις του, να αναθεωρεί τις επιλογές του και να αναλαμβάνει την ευθύνη τους. Ο καλός εκπαιδευτικός δεν σκέφτεται αντί για τον μαθητή. Τον βοηθά να αποκτήσει τα μέσα για να σκέφτεται μόνος του.
5. Από την επίδοση στην κατανόηση
Η σύγχρονη εκπαίδευση αντιμετωπίζει συχνά τον πειρασμό να μετρά ό,τι μπορεί να μετρηθεί: επιδόσεις, αποτελέσματα, δεξιότητες και ταχύτητα ολοκλήρωσης εργασιών. Οι μετρήσεις είναι χρήσιμες, αλλά δεν εξαντλούν την εκπαιδευτική πραγματικότητα. Ένας υψηλός βαθμός δεν αποδεικνύει πάντοτε βαθιά κατανόηση, όπως και μια αργή μαθησιακή πορεία δεν σημαίνει αναγκαστικά αποτυχία.
Η ανθρωπολογική προσέγγιση μας καλεί να δούμε τον μαθητή ως πρόσωπο που αποδίδει νόημα σε όσα μαθαίνει. Η βεμπεριανή Verstehen, η κατανόηση του νοήματος της ανθρώπινης δράσης, προσφέρει εδώ ένα χρήσιμο ερμηνευτικό εργαλείο. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι πέτυχε ο μαθητής· χρειάζεται να κατανοούμε πώς σκέφτηκε, γιατί επέλεξε έναν δρόμο και τι σημαίνει για τον ίδιο αυτό που ανακάλυψε.
Η Παιδεία δεν είναι γραμμή παραγωγής ομοιόμορφων επιδόσεων. Είναι διαδικασία καλλιέργειας διαφορετικών ανθρώπων, οι οποίοι χρειάζονται κοινές γνώσεις αλλά όχι αναγκαστικά κοινά ενδιαφέροντα, ίδιους ρυθμούς ή πανομοιότυπες διαδρομές.
6. Το Μέτρον της Παιδείας
Εδώ αναδύεται η σημασία του Μέτρου. Ούτε η σχολική υποχρέωση ως αυτοσκοπός ούτε η ευχαρίστηση ως μοναδικό κριτήριο. Ούτε η άκαμπτη πειθαρχία ούτε η απουσία κάθε καθοδήγησης. Ούτε η αξιολόγηση ως απόλυτος κριτής της αξίας ενός παιδιού ούτε η αδιαφορία για την πρόοδό του.
Το Μέτρον δεν σημαίνει έναν συμβιβαστικό μέσο όρο ανάμεσα σε δύο αντίθετες πρακτικές. Σημαίνει τη φρόνηση που επιτρέπει να κρίνουμε τι χρειάζεται κάθε περίσταση, ποια απαίτηση είναι γόνιμη και ποια γίνεται υπερβολή. Η φειδώ, με αυτή την έννοια, δεν είναι στέρηση της προσπάθειας, αλλά αποφυγή της υπερβολής που καταστρέφει τον σκοπό της.
Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνούμε ότι η δυνατότητα ελεύθερης δημιουργικής δραστηριότητας δεν είναι αυτονόητη για όλα τα παιδιά. Η Παιδεία οφείλει να εξασφαλίζει τις συνθήκες ώστε καθένα να μπορεί να ανακαλύψει και να καλλιεργήσει τις κλίσεις του, ανεξάρτητα από τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς του.
7. Η ουσιαστική Παιδεία ως Εναρμόνιση
Η επιστολή του Αϊνστάιν μάς υπενθυμίζει κάτι πολύτιμο: η γνώση μπορεί να γίνει προσωπική υπόθεση, δημιουργική αναζήτηση και πηγή βαθιάς ικανοποίησης. Η δική μας ευθύνη είναι να μην περιορίσουμε αυτό το μήνυμα σε μια εύκολη προτροπή για ευχάριστα μαθήματα.
Χρειαζόμαστε μια Παιδεία που εναρμονίζει την επιθυμία με την προσπάθεια, την ελευθερία με την ευθύνη, την ατομική κλίση με τη δυνατότητα συνύπαρξης και την κατάκτηση της γνώσης με την κατανόηση του νοήματός της.
Ο τελικός σκοπός δεν είναι να αγαπά ο μαθητής κάθε μάθημα ούτε να απορροφάται διαρκώς σε ό,τι κάνει. Είναι να αποκτήσει την ικανότητα να αναζητά, να κρίνει, να επιμένει και να επιλέγει με φρόνηση. Να μη μαθαίνει μόνο για να επιτύχει, αλλά να μπορεί να κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του, τον κόσμο και τον Άλλο.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην απλή απόκτηση γνώσεων και την ουσιαστική Παιδεία. Και αυτή είναι η βαθύτερη πρόκληση που αναδεικνύει, πέρα από την ίδια την επιστολή, η συμβουλή του Αϊνστάιν.
*Δρ. Ανθρωπολογίας Σορβόννης