Το κρατάμε στο κινητό, το δείχνουμε στην είσοδο ενός θεάτρου ή το ακυρώνουμε στο λεωφορείο. Παρ’ όλα αυτά, όταν έρθει η ώρα να το γράψουμε, εμφανίζεται συχνά το δίλημμα: εισιτήριο ή «εισητήριο»;
Η σωστή γραφή είναι εισιτήριο, με ι μετά το «σ». Το λεξικό το ορίζει ως το δελτίο που μας δίνει δικαίωμα εισόδου σε έναν χώρο ή επιβίβασης σε ένα μέσο μεταφοράς. Καταγράφει ακόμη και μεταφορικές χρήσεις, όπως το «πήρε το εισιτήριο για τον τελικό».
Η λανθασμένη μορφή «εισητήριο» μπορεί να προκύψει επειδή άλλες γνώριμες λέξεις αρχίζουν από «ειση-», όπως η «εισήγηση». Εδώ, όμως, η χρήσιμη συγγένεια είναι με την είσοδο: το εισιτήριο είναι αυτό που μας επιτρέπει να εισέλθουμε κάπου. Η παλαιότερη λέξη «εισιτήριος» συνδεόταν επίσης με την είσοδο.
Άρα, πριν στείλουμε το μήνυμα «έκλεισα τα εισητήρια», ας σκεφτούμε την πόρτα του κινηματογράφου: είσοδος → εισιτήριο. Μια μικρή σύνδεση αρκεί για να γράφουμε σωστά μια λέξη που συναντάμε σχεδόν κάθε μέρα.