Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική -ευθυγραμμιζόμενη με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ- υλοποιεί μια σταδιακή μετατόπιση: από το σχολείο της σφαιρικής, εγκύκλιας γνώσης στο σχολείο της απόκτησης δεξιοτήτων.
Η στροφή αυτή, που ξεκίνησε την περίοδο των μνημονίων (2010-2012) επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου και κορυφώθηκε επί Κυριάκου Πιερρακάκη με τη θεσμοθέτηση των «εργαστηρίων δεξιοτήτων», προβάλλεται ως αναγκαίος εκσυγχρονισμός. Ωστόσο, παιδαγωγοί και εκπαιδευτικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την αποδόμηση της ουσίας της μόρφωσης.
Το αφήγημα του «Learning to Learn» και οι κίνδυνοί του
Η κεντρική ιδέα της μεταρρύθμισης συνοψίζεται στη φράση «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» (learning to learn), η οποία παρουσιάζεται ως αντίδοτο στη διαχρονική μάστιγα της αποστήθισης.
- Αποσύνδεση από το περιεχόμενο: Η ανάπτυξη μεθοδολογικών δεξιοτήτων χωρίς σταθερό γνωστικό υπόβαθρο κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια διαδικασία χωρίς αντικείμενο.
- Ρηχή μάθηση: Αντί για βαθιά κατανόηση της Ιστορίας, της Λογοτεχνίας ή των Επιστημών, η εκπαίδευση προσανατολίζεται σε επιφανειακές παρουσιάσεις και projects.
- Προσαρμογή στην αγορά εργασίας: Η έμφαση στα λεγόμενα soft skills (προσαρμοστικότητα, ομαδικότητα, επικοινωνία) μετατρέπει το σχολείο από χώρο καλλιέργειας της δημοκρατικής σκέψης σε προθάλαμο προετοιμασίας ευέλικτου ανθρώπινου δυναμικού για την αγορά.
Ο εκπαιδευτικός από φορέας γνώσης σε «διευκολυντή» (Facilitator)
Η αλλαγή της εκπαιδευτικής φιλοσοφίας μεταλλάσσει δομικά και τον ρόλο του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη:
- Υποβάθμιση του επιστημονικού ρόλου: Ο εκπαιδευτικός παύει να λειτουργεί ως αυθεντία και μετατρέπεται σε απλό συντονιστή δράσεων (facilitator).
- Αποδιοργάνωση στην πράξη: Μαρτυρίες εκπαιδευτικών επισημαίνουν ότι η έμφαση στις δεξιότητες σε βάρος της γλωσσικής ακρίβειας και της κριτικής ανάλυσης δημιουργεί μαθητές που γνωρίζουν πώς να παρουσιάζουν κάτι, αλλά αδυνατούν να κατανοήσουν σε βάθος ένα σύνθετο κείμενο.
Η πρόκληση για το σύγχρονο σχολείο δεν είναι η απόρριψη των δεξιοτήτων, αλλά η οργανική ένταξή τους μέσα σε ένα στέρεο πλαίσιο γενικής παιδείας, ώστε η μάθηση να μην θυσιάζεται στον βωμό της ταχύτητας και της προσαρμοστικότητας.