Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αξία μιας σχολικής εκδρομής. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια πολυήμερη μετακίνηση ή ένα ταξίδι στο εξωτερικό, η εμπειρία για έναν έφηβο μπορεί να είναι ανεκτίμητη. Να ταξιδέψει με τους συμμαθητές του, να γνωρίσει μια άλλη πόλη ή μια άλλη χώρα, να βρεθεί σε μουσεία, ιστορικούς χώρους, πανεπιστήμια, πολιτιστικά κέντρα, να μάθει να λειτουργεί μέσα σε μια ομάδα μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον. Για ορισμένα παιδιά, μάλιστα, η σχολική εκδρομή μπορεί να είναι η μοναδική ευκαιρία να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, αφού το κόστος ενός οικογενειακού ταξιδιού είναι απαγορευτικό.
Γι’ αυτό οι εκδρομές είναι καλό να υπάρχουν, με τη προυπόθεση, βέβαια ότι τυχαίνει να υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δύνανται ή επιθυμούν να συνοδεύσουν, γιατί - να έχουμε πάντα υπόψιν μας- ότι αυτές πραγματοποιούνται μόνο και εφόσον οι καθηγητές μπορούν και θέλουν να λείψουν από το σπίτι τους.
Και γιατί να μη θέλει να συνοδεύσει ένας εκπαιδευτικός; Επειδή, για τον μαθητή το ταξίδι είναι εκδρομή. Για τον καθηγητή είναι εργασία με τεράστια ευθύνη.
Ο εκπαιδευτικός δεν πηγαίνει στη Ρώμη, στο Παρίσι, στη Βιέννη ή στη Θεσσαλονίκη για να κάνει διακοπές. Από τη στιγμή που αναχωρεί το λεωφορείο ή το αεροπλάνο μέχρι τη στιγμή που τα παιδιά θα επιστρέψουν στις οικογένειές τους, βρίσκεται ουσιαστικά σε μια κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης. Δεν τελειώνει το ωράριό του στις δύο το μεσημέρι. Δεν κλείνει την πόρτα ενός γραφείου και πηγαίνει σπίτι του. Έχει απέναντί του δεκάδες εφήβους.Πρέπει να γνωρίζει πού βρίσκονται. Να ελέγχει αν όλοι επέστρεψαν στο ξενοδοχείο. Να αντιμετωπίσει έναν μαθητή που αρρώστησε, έναν τραυματισμό, μια αλλεργία, μια κρίση πανικού, μια σύγκρουση μεταξύ παιδιών, μια απώλεια διαβατηρίου, μια καθυστέρηση, μια λάθος διαδρομή, μια παραβατική συμπεριφορά. Μπορεί να χρειαστεί μέσα στη νύχτα να συνοδεύσει παιδί σε νοσοκομείο. Μπορεί να χρειαστεί να επικοινωνεί ταυτόχρονα με γονείς, σχολείο, γιατρούς και ταξιδιωτικό γραφείο. Και φυσικά πρέπει να κοιμάται — όταν καταφέρει να κοιμηθεί — έχοντας στο διπλανό δωμάτιο δεκάδες ανηλίκους για τους οποίους έχει ευθύνη.
Αυτό δεν είναι πενθήμερη διακοπή. Είναι πενθήμερη υπηρεσία χωρίς πραγματικό ωράριο.
Το παράδοξο είναι ότι η Πολιτεία θέλει τις εκπαιδευτικές μετακινήσεις, αναγνωρίζει την παιδαγωγική τους αξία, αυξάνει τις απαιτήσεις ασφαλείας και ζητά από τους καθηγητές να αναλάβουν την εποπτεία αυτης της ευθύνης, αλλά δεν έχει αντιμετωπίσει αντίστοιχα την οικονομική πλευρά!
Μάλιστα, το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, στο νέο πλαίσιο που ανακοίνωσε στις 17 Αυγούστου 2026, έιχε το θράσος να τονίσει ότι η μάθηση δεν περιορίζεται στη σχολική αίθουσα και επιδιώκει να συνδέσει περισσότερο τις εκπαιδευτικές μετακινήσεις με τη βιωματική μάθηση, χωρίς -όπως και ποτέ μέχρι τώρα άλλωστε- να μιλάει για τα έξοδα των συνοδών για το ταξίδι, τα οποία φορτώνει στους γονείς! Αλλά, βέβαια, ούτε και αποζημίωση για τις ημέρες της παραμονής τους στον τόπο της εκδρομής, κάνοντας μια τόσο υπεύθυνη και δύσκολη εργασία, αλλά και ξοδεύοντας ένα μεγάλο ποσό για τα έξτρα γεύματα που δεν περιλαμβάνονται στο πακέτο καθώς και τα υπόλοιπα έξοδάτους εκεί!
Το ζήτημα της ειδικής οικονομικής αποζημίωσης των συνοδών αποτελεί εδώ και χρόνια αίτημα της εκπαιδευτικής κοινότητας. Ακόμη και στις συζητήσεις που προηγήθηκαν του νέου πλαισίου είχε επισημανθεί ότι η επαναφορά εκτός έδρας αποζημίωσης των εκπαιδευτικών παρέμενε εκτός σχεδιασμού. Και στη σημερινή ανακοίνωση του νέου πλαισίου, ενώ γίνεται εκτενής αναφορά στην ασφάλεια, στη θεσμική προστασία, στα τουριστικά γραφεία, στους κανόνες για τα κινητά, στη συνεργασία σχολείων και στις μετακινήσεις Erasmus, δεν ανακοινώνεται ειδική αμοιβή για τις ημέρες κατά τις οποίες οι εκπαιδευτικοί συνοδεύουν μαθητές. Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Το κράτος αναγνωρίζει ότι «περισσότερες δυνατότητες σημαίνουν και μεγαλύτερη ευθύνη», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη νέα ανακοίνωση του Υπουργείου. Αν όμως υπάρχει μεγαλύτερη ευθύνη, γιατί αυτή η ευθύνη δεν αποτιμάται και εργασιακά;
Δεν μπορεί η λογική να είναι ότι ο καθηγητής «έτσι κι αλλιώς ταξιδεύει δωρεάν». Το ότι δεν πληρώνει το δωμάτιο του ξενοδοχείου ή το εισιτήριό του δεν αποτελεί αμοιβή. Είναι στοιχειώδες λειτουργικό κόστος μιας υπηρεσιακής μετακίνησης. Κανένας εργαζόμενος που αποστέλλεται για δουλειά σε άλλη πόλη ή άλλη χώρα δεν θεωρείται ότι αμείβεται επειδή κάποιος του πλήρωσε το ξενοδοχείο. Εκτός του ότι, αποτελεί και μεγάλη προσβολή, ειδικά όταν ο συγκεκριμένος εργαζόμενος βρίσκεται ουσιαστικά σε επιφυλακή είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο!
Και όλα αυτά σε μια περίοδο που οι μισθοί των εκπαιδευτικών μόνο υψηλοί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν!
Κι όμως συνεχίζουν να υπάρχουν πολλοί εκπαιδευτικοί που δηλώνουν συνοδοί. Γιατί;
Γιατί αγαπούν τα παιδιά. Γιατί ξέρουν ότι για έναν δεκαεξάχρονο εκείνο το ταξίδι μπορεί να μείνει στη μνήμη του για πάντα. Γιατί θέλουν να δουν τους μαθητές τους έξω από τους τέσσερις τοίχους της αίθουσας, να γελούν, να ανακαλύπτουν, να μεγαλώνουν. Γιατί κάποτε μέσα σε ένα λεωφορείο, ένα μουσείο ή έναν δρόμο μιας ξένης πόλης δημιουργούνται σχέσεις μαθητών και καθηγητών που δεν δημιουργούνται σε εκατό ώρες μαθήματος. Και θέλουν να το ζήσουν μαζί τους!
Ακριβώς γι’ αυτό όμως η προσφορά τους δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Η Πολιτεία οφείλει να θεσπίσει συγκεκριμένη ημερήσια αποζημίωση για κάθε εκπαιδευτικό που αναλαμβάνει πολυήμερη σχολική μετακίνηση, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, και πλήρη κάλυψη κάθε προσωπικής δαπάνης που συνδέεται με την αποστολή του. Όχι ως «δώρο». Ως αμοιβή εργασίας!
Το παράλογο είναι να θεωρείται φυσιολογικό να αναλαμβάνει κάποιος για τέσσερις ή πέντε ημέρες την ασφάλεια δεκάδων ανηλίκων, μακριά από το σπίτι του, μέρα και νύχτα, και το κράτος να του λέει ουσιαστικά: Ευχαριστούμε πολύ για την προσφορά. Θα σας ειδοποιήσουμε...