Η ελληνική γλώσσα διακρίνεται για την εκφραστική της ευ Selικτότητα και τον πλούτο του λεξιλογίου της, διατηρώντας λέξεις που φέρουν ιδιαίτερη συναισθηματική και εννοιολογική φόρτιση. Ανάμεσα σε αυτές τις σπάνιες και ιδιαίτερες λέξεις συγκαταλέγεται και ο όρος «μακελάρης», μια λέξη που χρησιμοποιείται στον καθημερινό και δημοσιογραφικό λόγο με πολύ συγκεκριμένη σημασία.
Η κυριολεκτική και μεταφορική ερμηνεία
Η λέξη διαθέτει διπλή υπόσταση στη σημασιολογία της:
- Κυριολεκτική σημασία: Αρχικά, ως «μακελάρης» ορίζεται ο χασάπης (ο επαγγελματίας που ασχολείται με την κοπή και πώληση κρέατος).
- Μεταφορική σημασία: Στον σύγχρονο λόγο, η έννοια έχει διευρυνθεί και χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για να περιγράψει τον σφαγέα ανθρώπων, δηλαδή το άτομο που διαπράττει μαζικά εγκλήματα ή βιαιότητες.
Η ετυμολογική καταγωγή
Η λέξη έχει τις ρίζες της στη λατινική γλώσσα (macellarius = ο πωλητής του κρεοπωλείου, από τη λέξη macellum που σημαίνει κρεοπωλείο/αγορά), η οποία με τη σειρά της συνδέεται με τη διαδικασία της σφαγής (μακέλλιο / μακελλεύω). Η διατήρηση και η προσαρμογή τέτοιων όρων στη νέα ελληνική υπογραμμίζει τη διαχρονική εξέλιξη του λεξιλογίου και τον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις μετασχηματίζονται μέσα στο χρόνο.