Η συμπεριληπτική εκπαίδευση, αποτελεί σήμερα θεμελιώδη αρχή όλων των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα αναγνωρίζει ότι η ένταξη των μαθητών/τριών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσω της γνωστικής υποστήριξης, αλλά απαιτεί μια ολοκληρωμένη, διεπιστημονική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη τη σωματική, κινητική, ψυχοκοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.
Στο πλαίσιο αυτό, προκαλεί εύλογο προβληματισμό η απουσία των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής (ΠΕ11) από κρίσιμες δομές της Ειδικής Αγωγής, όπως τα ΚΕΔΑΣΥ, αλλά και η έλλειψη θεσμοθετημένης δυνατότητας παροχής «Παράλληλης Στήριξης» ή στελέχωσης «Τμημάτων Ένταξης» από εκπαιδευτικούς του συγκεκριμένου κλάδου, τη στιγμή μάλιστα που οι εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής συντάσσουν έκθεση για τους μαθητές/τριες που παραπέμπονται στα ΚΕΔΑΣΥ!
Η συζήτηση αυτή, δεν αφορά μια συντεχνιακή διεκδίκηση των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής, ούτε μια αντιπαράθεση με άλλες επιστημονικές ειδικότητες. Αφορά στην ορθολογική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας εκπαίδευσης προς όφελος πρωταρχικά των ίδιων των μαθητών/τριών.
Η λειτουργία των ΚΕΔΑΣΥ, βασίζεται στη συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών ειδικοτήτων. Η λογική αυτή είναι απολύτως ορθή, καθώς οι ανάγκες των μαθητών/τριών δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο από ένα επιστημονικό πεδίο. Ειδικότερα, ο ρόλος των Φυσικοθεραπευτών (ΠΕ28) είναι απολύτως αναγκαίος και αδιαμφισβήτητος. Η επιστημονική τους κατάρτιση στην αποκατάσταση, στις κινητικές δυσλειτουργίες και στις θεραπευτικές παρεμβάσεις, αποτελεί σημαντικό πυλώνα των διεπιστημονικών ομάδων. Η ενίσχυση, όμως, του ρόλου των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής, δεν προϋποθέτει, ούτε συνεπάγεται, την αποδυνάμωση του ρόλου των Φυσικοθεραπευτών. Αντίθετα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συνεργασία διαφορετικών επιστημονικών κλάδων, παράγει καλύτερα αποτελέσματα από την αποκλειστική ανάθεση αρμοδιοτήτων σε μία μόνο ειδικότητα. Η συμπερίληψη απαιτεί διεπιστημονικότητα, όχι αποκλεισμούς. Το ζητούμενο επομένως, δεν είναι η αντικατάσταση κάποιου κλάδου έναντι άλλου, αλλά η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων επιστημονικών εργαλείων.
Ένα χαρακτηριστικό ελληνικό παράδειγμα αυτής της αγαστής διεπιστομονικής συνεργασίας, αποτελεί το πρόγραμμα Sport Excellence, που λειτουργεί σε συνεργασία με το Νοσοκομείο Αττικόν, την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και την αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Εκεί λοιπόν, συνεργάζονται αρμονικά: ιατροί, φυσικοθεραπευτές, καθηγητές φυσικής αγωγής, εργοφυσιολόγοι, επιστήμονες της άσκησης.
Κανένας επιστημονικός κλάδος δεν θεωρείται ανταγωνιστικός προς τον άλλο. Αντίθετα, κάθε ειδικότητα συμβάλλει από τη δική της επιστημονική σκοπιά στη βελτίωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής του ατόμου. Το μοντέλο αυτό αποτελεί πρότυπο παράδειγμα καλής πρακτικής (best practice) που θα μπορούσε να εμπνεύσει και την εκπαιδευτική πολιτική των επόμενων ετών.
Το γεγονός ότι οι καθηγητές Φυσικής Αγωγής μπορούν να αποκτούν ακόμα και κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών εξειδίκευση σε αντικείμενα όπως η Ειδική Φυσική Αγωγή, η Προσαρμοσμένη Φυσική Δραστηριότητα, η Θεραπευτική Άσκηση, η Εργοφυσιολογία και η Αποκατάσταση, αντί για την «κλασσική» εξειδίκευση στην προπονητική αθλημάτων κλπ, αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα του παρόντος άρθρου προβληματισμού. Τα συγκεκριμένα αντικείμενα σπουδών, σχετίζονται άμεσα με την κινητική ανάπτυξη, την αξιολόγηση κινητικών δεξιοτήτων, την άσκηση σε άτομα με αναπηρία, τη λειτουργική αποκατάσταση και την προαγωγή της υχείας μέσω της κίνησης. Αντίθετα, σε αρκετούς άλλους εκπαιδευτικούς κλάδους που υπηρετούν σήμερα στην Ειδική Αγωγή, συγκριτικά, η σχετική εξειδίκευση αποκτάται μεταγενέστερα, μέσω μεταπτυχιακών σπουδών ή άλλων ακαδημαϊκών προσόντων με εξαίρεση ίσως, μόνο τους εκπαιδευτικούς ΠΕ71. Αυτό φυσικά δεν μειώνει την αξία των εκπαιδευτικών αυτών κλάδων, αλλά αντιθέτως αναδεικνύει ότι η Πολιτεία θα μπορούσε να αξιοποιήσει περισσότερο μια ειδικότητα που ήδη διαθέτει συναφή γνωστική κατάρτιση και να βελτιστοποιήσει συνολικά το παραγόμενο αποτέλεσμα.
Οι εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής (ΠΕ11) συμμετείχαν διαχρονικά στις δομές αξιολόγησης και υποστήριξης της Ειδικής Αγωγής. Στη σημερινή μορφή των ΚΕΔΑΣΥ, όμως, δεν προβλέπεται πλέον η συμμετοχή τους. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια κάποια επιστημονική αξιολόγηση ή συγκριτική μελέτη που να τεκμηριώνει ότι η συγκεκριμένη επιλογή βασίστηκε σε εκπαιδευτικά ή επιστημονικά δεδομένα. Η απουσία μιας τέτοιας τεκμηρίωσης, οδηγεί εύλογα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται πρωτίστως για θεσμική και πολιτική επιλογή, σχετικά με τη σύνθεση των διεπιστημονικών ομάδων και όχι για επιλογή που υπαγορεύθηκε από αποδεδειγμένη επιστημονική ακαταλληλότητα των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής. Η διαπίστωση αυτή, δεν αποδίδει ευθύνες ή μομφή σε κάποιο επιστημονικό κλάδο, απλά αναδεικνύει την ανάγκη μεγαλύτερης διαφάνειας και τεκμηρίωσης κατά τον σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η «Παράλληλη Στήριξη» έχει διαμορφωθεί σχεδόν αποκλειστικά ως μηχανισμός διδακτικής και γνωστικής υποστήριξης. Ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός μαθητών/τριών παρουσιάζει πρωτίστως δυσκολίες: κινητικού συντονισμού, αισθητηριακής ολοκλήρωσης, κινητικού σχεδιασμού, συμμετοχής στις σχολικές δραστηριότητες, κοινωνικής αλληλεπίδρασης μέσω της κίνησης, φυσικής δραστηριότητας και αυτονομίας.
Για τους/τις προαναφερόμενους μαθητές/τριες, η παρουσία εκπαιδευτικού εξειδικευμένου στην Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή, θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τον/την εκπαιδευτικό της «Παράλληλης Στήριξης» και την υπόλοιπη διεπιστημονική ομάδα. Δεν πρόκειται για αντικατάσταση των υφιστάμενων δομών, αλλά για εμπλουτισμό τους. Εξαλλου, στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, εκ των πραγμάτων ο/η εκπαιδευτικός παράλληλης στήριξης δεν εργάζεται 30 ώρες, αλλά 24/εβδομάδα και αρκετά συχνά επιλέγει να μη συμμετέχει στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής. Εμφανίζεται λοιπόν το παράδοξο ο/η καθηγητής/τρια Φυσικής Αγωγής που θα πρέπει να διδάξει ολόκληρο το Τμήμα να πρέπει να εκτελέσει ταυτόχρονα και καθήκοντα «παράλληλης (προσαρμοσμένης) φυσικής αγωγής» με ό,τι ενδεχομένως κινδύνους συνεπάγεται κάτι τέτοιο!
Την ίδια στιγμή που η εκπαίδευση αναζητά τρόπους ενίσχυσης της συμπερίληψης, μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, καταργήθηκαν περίπου 715 οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών ΠΕ11 από την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση! Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα, τα πιθανά και αναπάντητα, ως σήμερα, ερωτήματα: Θα μπορούσαν τουλάχιστον αυτές οι θέσεις να είχαν αξιοποιηθεί διαφορετικά; Θα μπορούσαν να είχαν μετατραπεί σε οργανικές θέσεις για: ΚΕΔΑΣΥ, Τμήματα Ένταξης, Παράλληλη Στήριξη, Προγράμματα Προσαρμοσμένης Φυσικής Αγωγής, σχολικές μονάδες με αυξημένο αριθμό μαθητών με αναπηρία ή ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες; Πρόκειται για ερωτήματα εκπαιδευτικού σχεδιασμού που αξίζει να απαντηθούν μέσα από έναν ανοιχτό και γόνιμο διάλογο.
Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία, επιβεβαιώνει ότι η Προσαρμοσμένη Φυσική Δραστηριότητα και η Ειδική Φυσική Αγωγή, αποτελούν βασικά στοιχεία της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Οργανισμοί όπως η International Federation of Adapted Physical Activity (IFAPA), η European Federation of Adapted Physical Activity (EUFAPA) και η UNESCO, υπογραμμίζουν ότι η συμμετοχή των παιδιών στην κίνηση δεν αποτελεί δευτερεύουσα εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά βασικό παράγοντα γνωστικής, κοινωνικής και ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης. Η διεθνής εμπειρία επομένως, δεν οδηγεί σε αποκλεισμό των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής από τις δομές συμπερίληψης, αλλά αντίθετα, αναδεικνύει τη συμβολή τους ως μέρους μιας διεπιστημονικής ομάδας.
Η ελληνική εκπαίδευση διαθέτει ήδη επιστήμονες με υψηλή κατάρτιση στην Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή, στη Θεραπευτική Άσκηση και στην Αποκατάσταση. Διαθέτει επίσης οργανωμένες Πανεπιστημιακές σπουδές και πολύτιμη εμπειρία από την καθημερινή σχολική πράξη. Η αξιοποίηση αυτού του ανθρώπινου δυναμικού, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διεκδίκηση ενός κλάδου απέναντι σε κάποιον άλλο. Αποτελεί ζήτημα εκπαιδευτικής αποτελεσματικότητας, ορθολογικής διαχείρισης των δημόσιων πόρων και κυρίως, σεβασμού στις ανάγκες των ίδιων των μαθητών/τριών.
Η επανεξέταση της συμμετοχής των εκπαιδευτικών Φυσικής Αγωγής (ΠΕ11) στα ΚΕΔΑΣΥ, η διερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας Παράλληλης Στήριξης ή σύστασης Τμημάτων Ένταξης με αντικείμενο την Προσαρμοσμένη Φυσική Αγωγή και η περαιτέρω αξιοποίηση ακόμα και των υφιστάμενων οργανικών θέσεων, δεν αποτελούν αιτήματα που στρέφονται εναντίον οποιουδήποτε επιστημονικού κλάδου στην εκπαίδευση. Αποτελούν προτάσεις για ένα περισσότερο συμπεριληπτικό, διεπιστημονικό και λειτουργικό δημόσιο σχολείο, στο οποίο κάθε επιστήμονας συνεισφέρει με βάση την εξειδίκευσή του και κάθε μαθητής/τρια λαμβάνει την υποστήριξη που πραγματικά χρειάζεται.
Σχινάς Κλεάνθης,
MSc & MSM Εκπαιδευτικός ΠΕ11 Φυσικής Αγωγής στη ΔΔΕ Α΄ Αθήνας