Μια ιδιαίτερα ανησυχητική υπόθεση νεανικής παραβατικότητας και διακίνησης ναρκωτικών με επίκεντρο ανηλίκους έφερε στο φως η Ελληνική Αστυνομία, μετά την εξάρθρωση δύο εγκληματικών οργανώσεων που δρούσαν στα Βόρεια Προάστια της Αθήνας.
Η υπόθεση προκαλεί έντονο προβληματισμό όχι μόνο για τη διάσταση της εγκληματικής δραστηριότητας, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι τα ναρκωτικά διακινούνταν σε μαθητές, ακόμη και μέσα ή δίπλα σε σχολικούς χώρους, παιδικές χαρές και σημεία συνάντησης ανηλίκων.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., κατά τη διάρκεια συντονισμένης επιχείρησης συνελήφθησαν εννέα νεαροί ηλικίας από 14 έως 19 ετών, ενώ έχουν ταυτοποιηθεί ακόμη δύο άτομα που αναζητούνται. Παράλληλα, σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος δύο γονέων για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων.
Από τις σχολικές αυλές στη διακίνηση ναρκωτικών
Η προανακριτική έρευνα αποκάλυψε ότι οι δύο οργανώσεις είχαν αναπτύξει οργανωμένη δράση από τον Απρίλιο του 2026, με σαφείς ρόλους, ιεραρχία και συγκεκριμένες περιοχές δραστηριοποίησης.
Η πρώτη οργάνωση δρούσε σε Εκάλη, Δροσιά, Διόνυσο και Νέα Ερυθραία. Αρχηγός φέρεται να ήταν ένας 21χρονος, ενώ σημαντικό ρόλο είχαν ένας 19χρονος και ένας 17χρονος, ο οποίος φέρεται να συντόνιζε ανήλικα μέλη που πραγματοποιούσαν τις διανομές.
Οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι η οργάνωση διακινούσε κυρίως κάνναβη, κοκαΐνη και φαρμακευτικά δισκία σε μαθητές και ανήλικους χρήστες.
Οι συναλλαγές πραγματοποιούνταν σε παιδικές χαρές, πλατείες, στάσεις λεωφορείων αλλά ακόμη και σε χώρους σχολικών συγκροτημάτων.
Το στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι ότι τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να επιχειρούσαν να στρατολογήσουν παιδιά ηλικίας μόλις 13 ετών, μαθητές της Α΄ Γυμνασίου, ενώ καταγράφηκε και πώληση κοκαΐνης σε 14χρονο κορίτσι.
Η δεύτερη εγκληματική οργάνωση δρούσε κυρίως στην περιοχή των Θρακομακεδόνων.
Αποτελούνταν από έναν 19χρονο και δύο ανήλικους συνεργούς ηλικίας 14 και 15 ετών, οι οποίοι είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος των διακινήσεων.
Πέρα από τη δικαστική και αστυνομική διάσταση, η υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο κοινωνικό πρόβλημα. Το γεγονός ότι ανήλικοι δεν εμφανίζονται μόνο ως χρήστες αλλά και ως διακινητές, στρατολογητές και μέλη οργανωμένων κυκλωμάτων, δημιουργεί έντονο προβληματισμό για τον ρόλο της οικογένειας, του σχολείου και των κοινωνικών δομών πρόληψης.
Η παρουσία ναρκωτικών σε χώρους όπου κινούνται καθημερινά παιδιά και έφηβοι υπενθυμίζει ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην καταστολή. Απαιτείται διαρκής πρόληψη, ενημέρωση και στήριξη των νέων, ώστε οι σχολικές αυλές και οι γειτονιές να παραμείνουν χώροι ασφάλειας και όχι πεδία δράσης εγκληματικών κυκλωμάτων.