Σαββατόβραδο στο Βραχάτι κι ο άνεμος φυσούσε βορειοδυτικός, μαΐστρος για τους ναυτικούς και τους θαλασσινούς αλλά και μαέστρος για τους ταξιδιώτες αυτής της μοναδικής συναυλίας. Η Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» πιστή στο ετήσιο καλοκαιρινό ραντεβού (1/8/2026), στον τόπο όπου ο συνθέτης έζησε και δημιούργησε, φιλοδοξούσε να δώσει το τέμπο στους περιδιαβαίνοντες την παραλιακή.
Τα φωταγωγημένα μαγαζιά, φίσκα από κόσμο για το βραδινό φαγητό έκαναν χρυσές δουλειές με τη μουσική επένδυση του Μίκη. Ο βασανισμένος λαός που είχε λησμονήσει «τον Ωρωπό» (1970) απολάμβανε την πίτσα και το σουβλάκι του περιορισμένος στην εξ αποστάσεως ακρόαση των τραγουδιών του αγώνα. Αντίθετα, μόνο οι εραστές του ονείρου ήταν από νωρίς καθισμένοι μπροστά στον συναυλιακό χώρο των εκδηλώσεων του «Θέρους 2026» του Δήμου Βέλου-Βόχας. Υπομονετικά περίμεναν ν` ακούσουν «τα Τραγούδια του Αγώνα» ...ξεροσφύρι μακριά από την τσίκνα και τις ποικιλίες της εποχής.
Την εποχή της ματαίωσης, όπου η κυρίαρχη πολιτική αδυνατούσε να αποτελέσει στήριγμα, η τέχνη διατηρούσε όλα τα εφόδια για την έφοδο στον ουρανό. Η επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη στην Κορινθιακή γη δεν άρμοζε να πάει στράφι. Ο κόσμος σήμερα χρήζει αρχών και αξιών, ακούστηκε να λέει ώριμη κυρία που σιγοτραγουδούσε τον μελοποιημένο Γιώργο Σεφέρη από τον Μίκη (1960), την ώρα της αναμονής
« Κράτησα τη ζωή μου /Ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δένδρα/ κατά το πλάγιασμα της βροχής…».
Άλλοι, στα πίσω καθίσματα συζητούσαν για την πορεία και την εξέλιξη της έντεχνης και λαϊκής μουσικής στην Ελλάδα που αγωνίστηκε και αντιστέκεται στα σύγχρονα φάλτσα. Οι μυημένοι στο έργο του Θεοδωράκη αδημονούσαν έστω και αυτή τη βραδιά ν` ανοίξει «ρωγμή στο μπετόν» για νάμπει λίγο φως.
Καθώς η ώρα περνούσε και ο κόσμος πύκνωνε άρχισαν να γεμίζουν και οι φωτισμένες κερκίδες του δημοτικού πάρκινγκ που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση από τη συναυλία. Άξαφνα και ενώ η «Αρκαδία IV, (Ωδαί)» (Ζάτουνα, 1969) ήταν σε εξέλιξη, εμφανίστηκε από το πουθενά μοναχικός ποδηλάτης και πάρκαρε ακριβώς μπροστά στις κερκίδες. Με το που ξεπέζεψε φάνηκε η δυσκολία στη βάδιση. Μόνο αυτό μπορούσε να διακρίνει κάποιος.
Ήταν ντυμένος με ρούχα φθινοπωρινά και στο κεφάλι είχε ανεβάσει την κουκούλα από το φούτερ που άφηνε μόνο μικρό τμήμα του προσώπου ακάλυπτο, τόσο όσο να βλέπει ο ίδιος. Οι θεατές περίμεναν να καθίσει στο πρώτο σκαλοπάτι, πλάι στο ποδήλατό του από το οποίο κρέμονταν δεξιά και αριστερά μικροί μπόγοι με πράγματα. Ωστόσο, οι προσδοκίες του κοινού διαψεύστηκαν. Καθώς τον έβλεπαν να ανεβαίνει δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Αγωνιζόταν να ανεβάσει τα πόδια του στα ψηλότερα σκαλοπάτια της κερκίδας. Τίποτα δεν τον σταματούσε.
Έπιανε το πονεμένο πόδι με το χέρι και το οδηγούσε ολοένα και ψηλότερα. «Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα…» είχε ακούσει πολλές φορές να τραγουδάει ο υψιπέτης Μίκης (1971) και τώρα που έλειπε ήταν ανίερο να τον ακούει από τα χαμηλά.
Αγωνιζόταν και αγωνιούσε αν θα τα καταφέρει να φτάσει στην κορφή. Ενθουσιώδης προσπερνούσε τους ανθρώπους που κάθονταν δεξιά και αριστερά στα σκαλοπάτια, βαριεστημένοι και παραιτημένοι, όπως έδειχναν με την παρουσία τους. Αρκετοί μάλλον έμοιαζαν με οπαδούς αθλητικού σωματείου που περίμεναν να δουν τον αγώνα από τις κερκίδες, παρά με θιασώτες του Μίκη. Ένας άνδρας ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς μισοκοιμόταν. Ίσως έβλεπε και όνειρο.
Παραδίπλα μια τετραμελής οικογένεια απολάμβανε πιτόγυρο απ` όλα χαζεύοντας στο TikTok. Παρέα νεαρών χωμένη ολόκληρη μέσα στα κινητά τιμούσε το καλοψημένο καλαμπόκι μετρώντας τα ρέστα τους. Πιο κάτω, δύο δεσποινίδες μόλις έφτασαν και για να αποφύγουν τον κάματο κάθισαν στο πρώτο σκαλί της κερκίδας, ίσως με τη βεβαιότητα ότι «κι εδώ που έφτασαν λίγο δεν είναι». (Κ.Π Καβάφης, Το Πρώτο Σκαλί). Η «κοινωνική κριτική» που ακολούθησε μεταξύ τους φανέρωσε ότι δεν είχαν στο νου τους τον Αλεξανδρινό ποιητή.
Ωστόσο, ο μοναχικός ποδηλάτης περνούσε ανάμεσά τους σε πορεία ανηφορική, με τόλμη, δίχως να λυγάνε τα γόνατά του. Ποιος ξέρει, τι του έδινε θάρρος να στοχεύει ψηλότερα. Βολεμένος δεν έδειχνε σίγουρα. Ούτε υπόδουλος σε κανόνες. Άραγε, είχε κατακτήσει την ελευθερία ή την αναζητούσε ακόμα;
Αποφασισμένος έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι και εκεί σταμάτησε. Κάθισε, έβγαλε από την τσέπη ένα άφιλτρο και το άναψε ακριβώς τη στιγμή που ακουγόταν μελοποιημένος ο Ανδρέας Κάλβος. Με την πρώτη ρουφηξιά ελαφρύ μειδίαμα ζωγραφίστηκε στα μισάνοιχτα χείλη του «Θέλει αρετήν και τόλμην /Η ελευθερία» (Λυρικά, IV,Εις Σάμον).
Το μήνυμα της Ωδής τον διαπέρασε σύγκορμο αδιαφορώντας για την όποια ελεεινή κατάσταση γύρω του. «Ζυγόν δουλείας ας έχωσι», σκέφθηκε. Με το τέλος του έργου έσβησε το τσιγάρο με το πονεμένο πόδι του στο τσιμέντο και κατέβηκε. Ποδηλατούσε χαλαρά φορτωμένος με τους μπόγους και τις αξίες του. Όπως ξαφνικά εμφανίστηκε, έτσι και χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Από τις κερκίδες μόλις και διακρινόταν η φιγούρα της Μαργαρίτας Θεοδωράκη που ανέβηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει ζητώντας την ανοχή του κοινού, θυμίζοντας ότι η ίδια δεν είναι τραγουδίστρια. Ο καταληκτικός της λόγος εξέφραζε πικρία και απογοήτευση για την έλευση του «παράδεισου» σ` αυτή την έρμη χώρα.
Τα γνωστά bars της παραλιακής -που φέρει το όνομα «Μίκης Θεοδωράκης»- έπαιζαν σύγχρονες και εφήμερες επιτυχίες, ελληνικές και ξένες.
Υ.Γ Το παρόν άρθρο γράφτηκε με αφορμή τη συναυλία της Λαϊκής Ορχήστρας «Μίκης Θεοδωράκης» στο Βραχάτι, 1η Αυγούστου 2026 και αφιερώνεται στον άγνωστο ποδηλάτη και σε όσους κάνουν ορθοπεταλιά στις ανηφοριές της ζωής.