Τα τελευταία χρόνια, ένα φαινόμενο σιωπηλά αλλά σταθερά διαβρωτικό έχει αρχίσει να υπονομεύει τη λειτουργία του δημόσιου σχολείου: η αδιάκριτη και συχνά αυθαίρετη παρέμβαση ορισμένων γονέων στο παιδαγωγικό έργο. Δεν πρόκειται για το θεμιτό ενδιαφέρον ή τη συνεργασία οικογένειας–σχολείου — στοιχεία απαραίτητα και πολύτιμα. Πρόκειται για κάτι διαφορετικό: για μια επιθετική διεκδίκηση ρόλου, χωρίς όρια, χωρίς γνώση και, κυρίως, χωρίς σεβασμό στους θεσμούς.
Ο γονέας που αμφισβητεί τον εκπαιδευτικό για κάθε βαθμό, για κάθε παρατήρηση, για κάθε παιδαγωγική επιλογή, δεν προστατεύει το παιδί του — το αποδυναμώνει. Το παιδί μαθαίνει ότι η ευθύνη μετατίθεται, και ότι οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι. Έτσι, η τάξη μετατρέπεται από χώρο μάθησης σε πεδίο διαρκούς αμφισβήτησης.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι όταν η παρέμβαση αυτή αποκτά χαρακτήρα πίεσης ή και απειλής. Τηλέφωνα, μηνύματα, καταγγελίες χωρίς βάση, δημόσιες επιθέσεις σε εκπαιδευτικούς — όλα αυτά συνθέτουν ένα τοξικό περιβάλλον, όπου ο εκπαιδευτικός καλείται όχι μόνο να διδάξει, αλλά και να απολογείται συνεχώς. Σε ένα τέτοιο κλίμα, η παιδαγωγική ελευθερία συρρικνώνεται και η εκπαιδευτική διαδικασία υποβαθμίζεται.
Η Πολιτεία, συχνά σιωπηλή ή αμήχανη, αφήνει τα σχολεία εκτεθειμένα. Αντί να ενισχύει τον θεσμικό ρόλο του εκπαιδευτικού, επιτρέπει —άμεσα ή έμμεσα— την αποδόμησή του. Και όταν ο εκπαιδευτικός χάνει το κύρος του, το σχολείο χάνει την ψυχή του.
Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας είναι αναγκαία. Όμως συνεργασία σημαίνει διάλογος με όρια, εμπιστοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό. Δεν σημαίνει επιβολή, υποκατάσταση ή «συνεπιμέλεια» της τάξης. Ο καθένας έχει τον ρόλο του — και η σύγχυση αυτών των ρόλων οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διάλυση του σχολείου.
Αν θέλουμε ένα σχολείο που μορφώνει και διαπαιδαγωγεί, πρέπει να το προστατεύσουμε. Και αυτό σημαίνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ο εκπαιδευτικός δεν είναι υπάλληλος των γονέων. Είναι λειτουργός της εκπαίδευσης. Και ως τέτοιος πρέπει να αντιμετωπίζεται.