Η συζήτηση γύρω από το «πολλαπλό βιβλίο» παρουσιάζεται συχνά ως μια τεχνική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια βαθιά παιδαγωγική επιλογή που αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του ίδιου του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Δεν είναι μόνο το ποιο βιβλίο θα επιλεγεί, αλλά το αν υπάρχει η βούληση και η συνέπεια να υποστηριχθεί στην πράξη ο τρόπος μάθησης που αυτό προτείνει.
Τα νέα βιβλία Φυσικής της Α΄ Γυμνασίου δεν αποτελούν απλώς μια ανανέωση ύλης. Εισάγουν κάτι που έλειπε χαρακτηριστικά από τα προηγούμενα εγχειρίδια, ένα ολόκληρο πρώτο κεφάλαιο αφιερωμένο στη Φυσική και την επιστημονική μεθοδολογία. Δεν πρόκειται για μια τυπική εισαγωγή, αλλά για μια συνειδητή επιλογή να ξεκινά το μάθημα από το πώς παράγεται η γνώση. Οι μαθητές δεν καλούνται να αποστηθίσουν έννοιες, αλλά να διατυπώσουν ερωτήματα, να ελέγξουν υποθέσεις, να αμφισβητήσουν και να καταλήξουν σε συμπεράσματα.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναδεικνύεται και κάτι βαθύτερο, η διαφορά ανάμεσα στην καθημερινή χρήση των λέξεων και στο επιστημονικό τους περιεχόμενο. Έννοιες που στον καθημερινό λόγο χρησιμοποιούνται χαλαρά αποκτούν στη Φυσική συγκεκριμένο νόημα, θεμελιωμένο σε αποδείξεις, πειραματικό έλεγχο και επαναληψιμότητα. Αυτή η κατανόηση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι βασικό εργαλείο για να μπορέσουν οι μαθητές να ξεχωρίζουν την τεκμηριωμένη γνώση από την αυθαίρετη άποψη και να σταθούν κριτικά απέναντι στον ανορθολογισμό και την παραεπιστήμη.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα. Διότι την ίδια στιγμή που τα νέα βιβλία επιχειρούν να καλλιεργήσουν επιστημονική σκέψη, το ίδιο το σύστημα που τα εισάγει υπονομεύει τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Όλα τα νέα εγχειρίδια σχεδιάστηκαν με σαφή και δεσμευτική προδιαγραφή να ενσωματώνουν ψηφιακό υλικό, με την παρουσία κωδικών QR ουσιαστικά ανά δύο σελίδες. Οι κωδικοί αυτοί δεν είναι διακοσμητικοί. Παραπέμπουν σε πειράματα, προσομοιώσεις, βίντεο και διαδραστικές δραστηριότητες που αποτελούν οργανικό μέρος της διδασκαλίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, προτείνονται ακόμη και συγκεκριμένα εργαλεία, όπως η εφαρμογή phyphox, η οποία αξιοποιεί τους αισθητήρες του κινητού τηλεφώνου για τη λήψη πραγματικών μετρήσεων μέσα στην τάξη. Σε μεγαλύτερες τάξεις, όπως στην Α΄ Λυκείου, προτείνεται από το ίδιο το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής η χρήση εργαλείων όπως το Tracker, όπου ο μαθητής καταγράφει βίντεο ενός πειράματος και το αναλύει σε πραγματικό χρόνο.
Και όμως, η ίδια η νομοθεσία του 2018, μέσω της Υπουργικής Απόφασης Φ.25/103373/Δ1 (ΦΕΚ Β΄ 2650/30.06.2018), απαγορεύει τη χρήση κινητών τηλεφώνων στους σχολικούς χώρους, αν και ταυτόχρονα προβλέπει ότι «η χρήση ηλεκτρονικών συσκευών επιτρέπεται μόνο όταν αυτό απαιτείται για την υλοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και κατόπιν άδειας του εκπαιδευτικού». Η πρόβλεψη αυτή, έστω και με ασάφειες, άφηνε στον εκπαιδευτικό ένα παιδαγωγικό περιθώριο ελευθερίας. Με την επικαιροποίηση της νομοθεσίας το 2024, μέσω του σχετικού ΦΕΚ για τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, η δυνατότητα αυτή καταργήθηκε και η χρήση κινητών συσκευών επιτρέπεται πλέον αποκλειστικά και μόνο για λόγους υγείας. Το αποτέλεσμα είναι σαφές. Ένα σημαντικό μέρος του εκπαιδευτικού υλικού που το ίδιο το κράτος σχεδίασε και ενέκρινε παραμένει ανενεργό μέσα στην τάξη.
Η αντίφαση δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά παιδαγωγική και πολιτική. Από τη μία πλευρά σχεδιάζονται βιβλία που προϋποθέτουν ψηφιακή αλληλεπίδραση και, από την άλλη, το θεσμικό πλαίσιο ακυρώνει στην πράξη αυτή τη δυνατότητα. Και στο μέσο αυτής της αντίφασης βρίσκεται ο εκπαιδευτικός.

Την ίδια στιγμή, η διεθνής συζήτηση για την χρήση των ψηφιακών μαθησιακών αντικειμένων έχει ήδη μετακινηθεί. Σε πολλές χώρες, η εκπαίδευση δεν συζητά αν θα χρησιμοποιήσει ψηφιακά εργαλεία, αλλά πώς θα ενσωματώσει την τεχνητή νοημοσύνη στη μαθησιακή διαδικασία, είτε μέσω εξατομικευμένης μάθησης είτε ως εργαλείο υποστήριξης του εκπαιδευτικού. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν θα μπει η τεχνητή νοημοσύνη στο σχολείο, αλλά αν το σχολείο είναι έτοιμο να την κατανοήσει και να τη διαχειριστεί παιδαγωγικά.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, η ελληνική εκπαίδευση δείχνει να κινείται με αντιφατικό τρόπο. Από τη μία επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τα βιβλία και από την άλλη διατηρεί περιορισμούς που ανήκουν σε μια διαφορετική εποχή.
Η επισήμανση του Carl Sagan παραμένει απολύτως επίκαιρη και ίσως πιο επίκαιρη από ποτέ
«Πηγαίνεις να μιλήσεις σε νηπιαγωγείο ή παιδιά της πρώτης Δημοτικού και βρίσκεις μια τάξη γεμάτη από λάτρεις της επιστήμης. Κάνουν βαθιές ερωτήσεις. Ρωτούν “Τι είναι όνειρο, γιατί έχουμε δάχτυλα, γιατί είναι στρογγυλό το φεγγάρι, ποια είναι τα γενέθλια του κόσμου, γιατί είναι πράσινο το γρασίδι;”. Αυτά είναι βαθιά, σημαντικά επιστημονικά ερωτήματα. Απλά βγαίνουν από μέσα τους. Πηγαίνεις να μιλήσεις σε μαθητές της τρίτης Λυκείου και δεν υπάρχει τίποτα από αυτά. Έχουν γίνει αδιάφοροι. Κάτι τρομερό συνέβη μεταξύ νηπιαγωγείου και τρίτης Λυκείου».
Το «πολλαπλό βιβλίο» δεν θα κριθεί από το πλήθος των επιλογών, ιδίως όταν ήδη επισημαίνεται ότι σε αρκετά γνωστικά αντικείμενα υπάρχουν περιορισμένες προτάσεις βιβλίων, με δύο, ένα ή ακόμη και καμία επιλογή. Θα κριθεί από το αν αυτά τα βιβλία μπορούν να λειτουργήσουν ουσιαστικά μέσα στην τάξη, αν συνοδεύονται από τον απαραίτητο χρόνο, τα κατάλληλα εργαλεία και ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο.

Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη αλλά η κατανόηση συχνά ελλιπής, το πιο σημαντικό ίσως δεν είναι να δίνουμε έτοιμες λύσεις, αλλά να καλλιεργούμε την ικανότητα να θέτουμε τα σωστά ερωτήματα και να αναζητούμε τεκμηριωμένες εξηγήσεις.
Παναγιώτης Πετρίδης Φυσικός
Εσπερινό Γυμνάσιο με Λ.Τ. Κω
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Τέλος τα παλιά διπλώματα: Τι αλλάζει για όλους τους οδηγούς
Διορισμοί εκπαιδευτικών 2026: Το ΦΕΚ με τα νέα πτυχία που «ξεκλειδώνουν» 10.000 μόνιμες θέσεις