“Περνούσε τις μέρες του ξαπλωμένος στο ράντζο και ήταν άοκνος αναγνώστης. Διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του: εφημερίδες και βιβλία, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά. Κάθε δυο-τρεις μέρες, στη φάση του ελέγχου, μου έλεγε “Αυτό το βιβλίο το τελείωσα. Μήπως έχεις κάνα άλλο να μου δανείσεις; όχι στα ρώσικα όμως, ξέρεις πως τα ρώσικα δεν τα καλοκαταλαβαίνω”.
Δεν ήταν δα πολύγλωσσος. Το αντίθετο, στην ουσία ήταν αναλφάβητος. Όμως “διάβαζε” έτσι κι αλλιώς όλα τα βιβλία, από την πρώτη ως την τελευταία γραμμή, αναγνωρίζοντας με ικανοποίηση τα γράμματα ένα-ένα, προφέροντάς τα ψιθυριστά και πλάθοντας με κόπο τις λέξεις, η σημασία των οποίων δεν τον ένοιαζε. Του αρκούσε αυτό...”.
Γενάρης 1945, στο Άουσβιτς (Λάγκερ). Απόσπασμα από το εμβληματικό βιβλίο του Πρίμο Λέβι “Η Ανακωχή”. Η Γερμανία έχει ηττηθεί. Τα στρατεύματά της μαζεύουν τα κουρέλια τους και επιστρέφουν προς εκεί, που έπρεπε να είναι, χωρίς να έχουν αποτολμήσει να αιματοκυλίσουν την Ευρώπη και τον κόσμο, χωρίς να έχουν κάνει το Ολοκαύτωμα, χωρίς να έχουν φτιάξει τη Μηχανή του Θανάτου των εκατομμυρίων χαμένων ανθρώπων, χωρίς να φέρουν την πιο φρικιαστική βαρβαρότητα στη σύγχρονη εποχή, χωρίς να κάνουν δύο Πολέμους μέσα σε έναν αιώνα. Χάθηκα. Επιστρέφω.
Οι σκελετωμένοι – απομεινάρια ανθρώπων – ένιωσαν μια ανακούφιση στο άκουσμα του ερχομού του Κόκκινου Στρατού. Κι όμως, δεν νιώθουν ότι μπορούν να επιστρέψουν σε αυτό που ήταν πριν το μαρτύριό τους στο στρατόπεδο. Ίσως, γι’ αυτό ο Πρίμο Λέβι να έδωσε αυτό τον τίτλο στο βιβλίο του. Ανακωχή, όχι ειρήνη και ελευθερία οριστικές
Να ο αναγνώστης μας. Έχει μανία με τα βιβλία. Δεν έχει σημασία ότι δεν ξέρει να διαβάζει. Αισθάνεται ότι είναι τα μόνα, που μπορούν να του δώσουν μια χαραμάδα αίσθησης ελευθερίας. Είναι τα μόνα που του θυμίζουν την φύση του ανθρώπου. Όλα τα άλλα στο στρατόπεδο – ακόμα και οι μαρτυρικές φιγούρες που άλλες παλεύουν στα όρια ζωής και θανάτου, άλλες έχουν παραδοθεί για να τελειώσουν το μαρτύριό τους και άλλες νιώθουν τη φωτιά της ζωής να καίει και προσπαθούν να τη συνδαυλίσουν –, όλα τα άλλα είναι βυθισμένα στη χοάνη της μαύρης αβύσσου.
Ξέρει ότι τα βιβλία μιλάνε για έναν άλλον κόσμο, που δεν είναι του αναγνώστη, ότι τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές, σε άλλους κόσμους, σε άλλα βάσανα, που όποια και αν είναι αυτά, δεν έχουν τους ανθρώπους σε πλήρη απο-ανθρωποποίηση. Ίσως να μιλάνε και για την ομορφιά της ζωής, για την αγάπη, για τα θαύματα του πολιτισμού, για το φως, για τον ουρανό, για τα λουλούδια.
Ξέρει ότι οι άλλοι γύρω του δεν θα τον ενοχλούν, γιατί το διάβασμα θέλει απομόνωση, για να μεταφερθείς εκεί που σε καλούν. Ίσως και να σκέφτηκε ότι έτσι θα με σέβονται πιο πολύ. Ίσως και να πήγε παρακάτω και να μουρμούρισε στον εαυτό του. “Λίγο είναι να τους κρατάω ζωντανή την ομορφιά του σεβασμού, να έχουν ένα νήμα από τη φύση του ανθρώπου”;
Δεν τον νοιάζει το τι λένε τα βιβλία. Του αρκεί, που αυτός βλέποντας γράμματα και λέξεις, φαντάζεται πράγματα και γεγονότα – κάτι που δεν θα μπορούσε να το κάνει μόνος του. Νιώθει ότι το να κρατάει ένα βιβλίο ανοιχτό και να κοιτάζει όσο πιο αφοσιωμένα μπορεί τον χορό των γραμμάτων και το πανηγύρι των λέξεων – έχει δει την αφοσίωση σε αναγνώστες, που διάβαζαν και ήταν σαν χαμένοι... – τον βοηθά να ξεφεύγει από τη μαυρίλα του καθημερινού θανάτου.
Πέρασε τόσο καιρό που σκεπτόταν και θυμόταν την πρότερη ζωή του, και πονούσε. Άλλες φορές, τις πιο πολλές, ένιωθε ότι πληγωνόταν, ότι το μαρτύριό του ήταν πιο βασανιστικό, ότι δεν μπορούσε να ζει σε μια σχιζοφρένεια, και άλλες φορές ένιωθε ότι ακόμα και αν βγει ζωντανός από την κόλαση, δεν θα “συναντήσει” ποτέ τους δικούς του – όχι αυτοί δεν θα έχουν αλλάξει και θα τον αγαπούν ακόμα πιο πολύ – αλλά αυτός…. Αυτός ποτέ δεν θα είναι αυτό που ήξεραν. Το ένιωθε. Το είχε συνειδητοποιήσει!
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Νίκος Τσούλιας