Παρουσιάζουμε σήμερα το κεφάλαιο «Δομικά χαρακτηριστικά της παροχής Προσχολικής Αγωγής και Φροντίδας (ECEC) που ενδέχεται να οδηγούν σε διαφοροποιημένη ή χαμηλή ποιότητα» της έκθεσης του ΟΟΣΑ (που παρουσιάστηκε επίσημα την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026 στο υπουργείο Παιδείας) για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, με τον εύγλωττο τίτλο «Ανασκόπηση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής: Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα».
Τα δομικά χαρακτηριστικά της παροχής Προσχολικής Αγωγής και Φροντίδας (ECEC), όπως το μέγεθος των τμημάτων, οι αναλογίες παιδιών ανά εκπαιδευτικό και ο αριθμός των διδακτικών ωρών, διαμορφώνουν τις βασικές προϋποθέσεις ώστε οι εκπαιδευτικοί να αναπτύσσουν σχέσεις με τα παιδιά και να υποστηρίζουν την ολόπλευρη ανάπτυξή τους. Στην Ελλάδα, το μέγιστο μέγεθος ομάδας ανέρχεται σε 25 παιδιά ανά εκπαιδευτικό, αριθμός συγκριτικά υψηλός μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Αυτό μπορεί να δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες στους εκπαιδευτικούς ως προς την προσαρμογή στη μαθησιακή και αναπτυξιακή ιδιαιτερότητα κάθε παιδιού, ιδίως όταν προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα — μια κατάσταση που συναντάται συχνά σε μειονεκτικές περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα.
Αντίθετα, σε απομακρυσμένες περιοχές με χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, οι αναλογίες παιδιών ανά εκπαιδευτικό τείνουν να είναι χαμηλότερες λόγω του πολύ μικρού μεγέθους των σχολικών μονάδων. Ωστόσο, αυτή η διάταξη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να είναι ο μοναδικός ενήλικας παρών στο σχολείο — ένα σενάριο που συζητήθηκε κατά τις επισκέψεις σε σχολεία και τις συναντήσεις της Ομάδας Αξιολόγησης του ΟΟΣΑ — και το οποίο συνεπάγεται πρόσθετες προκλήσεις, όπως η αποκλειστική ευθύνη για διοικητικά καθήκοντα ή για την προετοιμασία των γευμάτων, παράλληλα με τη συνεχή επαφή με τα παιδιά.
Στην Ελλάδα, ο χρόνος εργασίας χωρίς άμεση επαφή με τα παιδιά που αμείβεται ανέρχεται σε μία ώρα ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν περιορισμένο χρόνο για την προετοιμασία δραστηριοτήτων ή για την επιμόρφωσή τους. Αν και δεν υπάρχουν διεθνώς συγκρίσιμα δεδομένα για τον αμειβόμενο χρόνο χωρίς επαφή με τα παιδιά, φαίνεται ότι υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών (OECD, 2021). Στην Ελλάδα, τα στελέχη εκπαίδευσης έχουν επίσης υψηλό αριθμό διδακτικών ωρών. Σε συνδυασμό με τον αυξημένο διοικητικό φόρτο, αυτό τους αφήνει ελάχιστο χρόνο για άτυπη μάθηση και ανταλλαγή εμπειριών στο πλαίσιο των ομάδων (στελέχη και εκπαιδευτικοί) κατά τις αμειβόμενες ώρες εργασίας.
Αυτά τα δομικά στοιχεία της παροχής ECEC μπορούν να παρεμποδίσουν την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων εκπαιδευτικών και στελεχών με τα παιδιά. Οι προκλήσεις είναι πιθανό να είναι εντονότερες σε σχολεία με μέγιστο αριθμό μαθητών ανά τμήμα ή σε πολύ μικρές σχολικές μονάδες. Εφόσον τα σχολεία αυτά βρίσκονται σε περιοχές με μεγαλύτερο ποσοστό ευάλωτων παιδιών, είναι πιθανό τα παιδιά αυτά να λαμβάνουν χαμηλότερης ποιότητας προσχολική αγωγή και φροντίδα, τη στιγμή που στην πραγματικότητα θα έπρεπε να λαμβάνουν υψηλότερης ποιότητας υπηρεσίες, ώστε η ECEC να συμβάλλει στο κλείσιμο του μαθησιακού χάσματος πριν αυτό διευρυνθεί.
Χαμηλή συμμετοχή παιδιών κάτω των 4 ετών στην Προσχολική Αγωγή και Φροντίδα
Παρότι τα ποσοστά συμμετοχής στην ECEC είναι υψηλά για παιδιά ηλικίας 4 και 5 ετών, είναι σημαντικά χαμηλότερα για τα παιδιά κάτω των 3 ετών (Σχήμα 4.7). Αν και έχουν αυξηθεί μεταξύ 2013 και 2023, παραμένουν κάτω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσχολική εκπαίδευση στην Ελλάδα ξεκινά στην ηλικία των 4 ετών και όχι στα 3, όπως σε πολλές άλλες χώρες του ΟΟΣΑ (π.χ. Βουλγαρία, Γαλλία, Ιταλία), το ποσοστό συμμετοχής των τρίχρονων παιδιών είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που ανερχόταν στο 75% το 2022, αν και δεν υπάρχουν πρόσφατα διεθνή συγκρίσιμα δεδομένα για την Ελλάδα για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα.
Η παροχή ECEC για παιδιά κάτω των 4 ετών μπορεί να αποφέρει πολλαπλά οφέλη (OECD, 2023). Τα πρώτα χρόνια της ζωής αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για την ανάπτυξη και τη μάθηση των παιδιών. Παρεμβάσεις σε αυτή τη φάση μπορούν να αντισταθμίσουν τις επιπτώσεις του τραύματος και της στέρησης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, ενώ παρεμβάσεις σε μεταγενέστερα στάδια τείνουν να έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα (Vanderwert et al., 2010). Αυτό σημαίνει ότι το κόστος ευκαιρίας από τη μη επαρκή επένδυση στην ECEC για τα μικρότερα παιδιά μπορεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Υποστηρίζοντας την ανάπτυξη θεμελιωδών δεξιοτήτων — ενός συνδυασμού γνωστικών και κοινωνικοσυναισθηματικών δεξιοτήτων, καθώς και εκτελεστικών λειτουργιών που υποστηρίζουν τη μάθηση σε όλους τους τομείς — η ECEC θέτει τα θεμέλια για πιο αποδοτικές δημόσιες επενδύσεις στην εκπαίδευση σε μεταγενέστερα στάδια και περιορίζει τον κίνδυνο τα ευάλωτα παιδιά να μείνουν πίσω στην εκπαιδευτική τους διαδρομή (Heckman, 2006).
Οι πολιτικές ECEC μπορούν επίσης να στηρίξουν τη συμμετοχή των γονέων στην αγορά εργασίας και το εισόδημά τους, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο φτώχειας, με πρόσθετα οφέλη για τα παιδιά μέσω της βελτίωσης της ποιότητας του οικογενειακού περιβάλλοντος, πέραν των οικονομικών ωφελειών από την αυξημένη απασχόληση των γονέων (Humphries et al., 2024). Η συμμετοχή των μητέρων στην αγορά εργασίας συνδέεται στενά με τα ποσοστά εγγραφής των παιδιών στην ECEC (Σχήμα 4. Και οι δύο δείκτες στην Ελλάδα βρίσκονται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και σημαντικά χαμηλότερα από χώρες με υψηλή απασχόληση μητέρων, όπως το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Πορτογαλία και η Σλοβενία.
Η χαμηλή συμμετοχή παιδιών κάτω των 4 ετών στην ECEC οφείλεται σε πολλαπλά εμπόδια, που εκτείνονται από άμεσες και απτές δυσκολίες, όπως το κόστος και η γεωγραφική πρόσβαση, έως πιο έμμεσους παράγοντες, όπως οι κοινωνικές νόρμες, οι αντιλήψεις των γονέων ή οι θεσμικές προκαταλήψεις. Στην Ελλάδα, η ανάπτυξη συστήματος κουπονιών (vouchers) για την κάλυψη του κόστους της ECEC αναμένεται να συμβάλει στην άρση ορισμένων από αυτά τα εμπόδια και να ενισχύσει τη γυναικεία απασχόληση, προσφέροντας παράλληλα οφέλη στα παιδιά που εγγράφονται σε δομές ECEC, ιδίως σε εκείνα που προέρχονται από μειονεκτικά κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται άμεσοι φραγμοί που σχετίζονται με την περιορισμένη οικονομική προσιτότητα της ECEC για παιδιά κάτω των 4 ετών — ιδίως για γονείς που δεν λαμβάνουν το voucher — καθώς και με την ανεπαρκή προσφορά θέσεων και την υποανάπτυκτη δικτύωση δομών ECEC. Η δημιουργία νέων υποδομών ECEC προϋποθέτει προσπάθειες από τους Δήμους για την υποβολή αιτήσεων χρηματοδότησης, την κάλυψη μέρους του κόστους των έργων, καθώς και την αντιμετώπιση δυσκολιών που αφορούν την πρόσληψη προσωπικού και άλλες πτυχές της παροχής υπηρεσιών προσχολικής αγωγής και φροντίδας.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom