Η έννοια της λέξης «ρεζίλι» έχει τις ρίζες της στην τουρκική γλώσσα, προερχόμενη από το «rezil», που δηλώνει την πλήρη απώλεια της αξιοπρέπειας.
Στην καθημερινή γλώσσα, ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει καταστάσεις όπου κάποιος γίνεται αντικείμενο γελοιοποίησης ή εξευτελισμού. Στα ελληνικά, η έννοια αυτή αποδίδεται κυρίως με τους όρους «εξευτελισμός» και «γελοιοποίηση».
Παραδείγματα:
- Κάνω κάποιον ρεζίλι.
- Γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Σκηνές έντασης στη Βουλή μπροστά σε μαθητές: «Μάσα», «γυμνοσάλιαγκας», «τσαμπατζού»
Έκτακτο επίδομα 200 ευρώ για το Πάσχα – Μέχρι πότε οι αιτήσεις
Νίκος Μακρής