Η λέξη «ρεζίλι» προέρχεται από την τουρκική λέξη «rezil» και σημαίνει την απώλεια κάθε αξιοπρέπειας. Τα «ρεζίλια» είναι οι πομπές κάποιου.
Στα ελληνικά η λέξη αποδίδεται με τις λέξεις «εξευτελισμός» και «γελοιοποίηση».
Παραδείγματα:
- Κάνω κάποιον ρεζίλι.
- Γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών.