Η λέξη «ρεζίλι» προέρχεται από την τουρκική λέξη «rezil» και σημαίνει την απώλεια κάθε αξιοπρέπειας. Τα «ρεζίλια» είναι οι πομπές κάποιου.
Στα ελληνικά η λέξη αποδίδεται με τις λέξεις «εξευτελισμός» και «γελοιοποίηση».
Παραδείγματα:
- Κάνω κάποιον ρεζίλι.
- Γίνομαι ρεζίλι των σκυλιών.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Το απλό βήμα που πρέπει να κάνετε πάντα στο μπρόκολο πριν το μαγείρεμα
«Κάλτσα»: Πώς λέγεται στα ελληνικά;
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας
Λεωνίδας Βουρλιώτης