Για να μάθει ένα παιδί μια ξένη γλώσσα, πρέπει πρώτα να την αγαπήσει
Το μεγάλο στοίχημα όταν ένα παιδί ξεκινά μια ξένη γλώσσα δεν είναι να μάθει γρήγορα πολλές λέξεις, να γεμίσει τετράδια με ασκήσεις ή να γνωρίζει από τις πρώτες εβδομάδες γραμματικούς κανόνες. Το πραγματικό στοίχημα είναι πολύ πιο σημαντικό και, ταυτόχρονα, πολύ πιο απλό: να αγαπήσει τη γλώσσα. Γιατί μόνο αν την αγαπήσει θα θελήσει πραγματικά να τη μάθει, να την ακούσει, να τη μιλήσει, να παίξει μαζί της, να κάνει λάθη χωρίς φόβο και τελικά να την κατακτήσει. Η αγάπη για τη γλώσσα δεν έρχεται στο τέλος της διαδρομής ως ανταμοιβή για τη μελέτη. Πρέπει να βρίσκεται στην αρχή της.
Γι’ αυτό και Αν ένα παιδί πέντε, έξι ή επτά ετών βρεθεί από την πρώτη στιγμή απέναντι σε κανόνες, χρόνους, εξαιρέσεις, αντιγραφή λέξεων και ατέλειωτες ασκήσεις, είναι πολύ πιθανό να πάρει το λάθος μήνυμα: ότι η ξένη γλώσσα είναι ένα ακόμη μάθημα στο οποίο πρέπει να αποδείξει ότι είναι «καλό». Και κάπου εκεί μπορεί να χαθεί το σημαντικότερο συστατικό της μάθησης, η επιθυμία.
Ένα μικρό παιδί δεν μαθαίνει επειδή του εξηγήσαμε έναν κανόνα. Μαθαίνει επειδή ενδιαφέρεται. Επειδή γελάει. Επειδή θέλει να συμμετάσχει. Επειδή προσπαθεί να καταλάβει τι λέει ο άλλος και επειδή έχει κάτι που θέλει να πει. Έτσι έμαθε άλλωστε και τη μητρική του γλώσσα. Κανείς δεν έβαλε μπροστά του στα τρία του χρόνια έναν πίνακα με χρόνους ρημάτων. Άκουγε, παρατηρούσε, μιμούνταν, δοκίμαζε, έκανε λάθη, ξαναδοκίμαζε και, χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να επικοινωνεί. Αυτό το φυσικό ένστικτο πρέπει να αξιοποιείται και στην εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας.
Η πρώτη τάξη ξένης γλώσσας, λοιπόν, πρέπει να έχει περισσότερο γέλιο παρά άγχος, περισσότερη κίνηση παρά αντιγραφή, περισσότερη επικοινωνία παρά θεωρία. Ένα τραγούδι, ένα παραμύθι, ένα παιχνίδι ρόλων, μια ζωγραφιά, ένα κουκλοθέατρο, μια μικρή ιστορία, ακόμη και ένα απλό παιχνίδι με κάρτες μπορούν να γίνουν πολύ ισχυρότερα εργαλεία μάθησης από μια σελίδα γεμάτη γραμματικούς όρους. Το παιδί μπορεί να ζητήσει ένα αντικείμενο, να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση, να βρει ένα χρώμα, να μιμηθεί έναν ήρωα, να παραγγείλει «παγωτό» σε ένα φανταστικό κατάστημα ή να ταξιδέψει μέσα στην τάξη σε μια άλλη χώρα. Και χωρίς να το αντιλαμβάνεται ως μάθημα, ήδη μαθαίνει.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο: το παιδί πρέπει να αισθανθεί ότι η γλώσσα χρησιμεύει για κάτι. Ότι δεν είναι μια σειρά από κανόνες που υπάρχουν για να γράφουμε τεστ, αλλά ένας τρόπος να μιλάμε με άλλους ανθρώπους, να καταλαβαίνουμε τραγούδια, να βλέπουμε ταινίες, να ταξιδεύουμε, να γνωρίζουμε έναν διαφορετικό κόσμο. Όταν η γλώσσα αποκτήσει νόημα, έρχεται και η επιθυμία να τη μάθουμε καλύτερα. Και τότε ακόμη και η γραμματική, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, δεν μοιάζει πια με τιμωρία αλλά με εργαλείο που βοηθά το παιδί να εκφραστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι η γραμματική είναι περιττή. Κάθε άλλο. Είναι απαραίτητη για να αποκτήσει κανείς πραγματική γνώση μιας γλώσσας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να διδάσκεις γραμματική σε ένα παιδί που ήδη αγαπά τη γλώσσα και θέλει να τη χρησιμοποιήσει και στο να προσπαθείς μέσω της γραμματικής να το κάνεις να ενδιαφερθεί. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε βάλει το κάρο μπροστά από το άλογο. Πρώτα πρέπει να γεννηθεί η επιθυμία και μετά να οργανωθεί η γνώση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά ολόκληρες φράσεις πολύ πριν μάθουν ποιος γραμματικός κανόνας κρύβεται πίσω από αυτές. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Η γλώσσα προηγείται της γραμματικής περιγραφής της. Πρώτα λέμε, ακούμε, καταλαβαίνουμε και επικοινωνούμε και αργότερα ανακαλύπτουμε γιατί μια φράση σχηματίζεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Όταν αυτή η πορεία αντιστρέφεται, το παιδί συχνά μαθαίνει να σκέφτεται περισσότερο το λάθος παρά το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει.
Εδώ χρειάζεται προσοχή και από τους γονείς. Η ερώτηση μετά το μάθημα δεν χρειάζεται πάντα να είναι «τι μάθατε σήμερα;» ή «πόσες λέξεις έχεις για αύριο;». Ίσως η καλύτερη ερώτηση να είναι «πέρασες ωραία;». Αν το παιδί περιμένει το επόμενο μάθημα, αν τραγουδά μόνο του ένα τραγούδι που άκουσε στην τάξη, αν επαναλαμβάνει μια φράση γελώντας, αν προσπαθεί να πει κάτι στην ξένη γλώσσα χωρίς να του το ζητήσει κανείς, τότε η πιο σημαντική δουλειά έχει ήδη γίνει. Έχει δημιουργηθεί μια θετική σχέση με τη γλώσσα.
Γιατί ένα παιδί που αγαπά μια ξένη γλώσσα θα θελήσει κάποια στιγμή να μάθει περισσότερες λέξεις. Θα θελήσει να καταλάβει ένα τραγούδι που ακούει. Θα ψάξει μόνο του τι σημαίνει μια φράση σε μια ταινία. Θα προσπαθήσει να μιλήσει όταν ταξιδέψει. Θα ενδιαφερθεί να διαβάσει, να γράψει καλύτερα, να κατανοήσει τη γραμματική και να προχωρήσει σε υψηλότερα επίπεδα. Δεν θα χρειάζεται συνεχώς κάποιος να το σπρώχνει προς τη μάθηση, γιατί θα έχει αποκτήσει το ισχυρότερο κίνητρο: τη δική του περιέργεια.
Αυτός είναι και ο λόγος που η επιλογή του πρώτου δασκάλου, της πρώτης μεθόδου και γενικότερα του τρόπου με τον οποίο θα ξεκινήσει ένα παιδί μια ξένη γλώσσα είναι τόσο σημαντική. Ο καλός εκπαιδευτικός στα πρώτα χρόνια δεν είναι απλώς εκείνος που «προλαβαίνει την ύλη». Είναι εκείνος που κάνει το παιδί να περιμένει το επόμενο μάθημα. Που δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον στο οποίο το λάθος δεν προκαλεί ντροπή, αλλά γίνεται φυσικό μέρος της προσπάθειας. Που αφήνει χώρο στο παιχνίδι, στη φαντασία, στον αυθορμητισμό και στην πραγματική επικοινωνία.
Οι γλώσσες δεν είναι μόνο λεξιλόγιο και γραμματική. Είναι άνθρωποι, ιστορίες, μουσικές, ταξίδια, πολιτισμοί, χιούμορ και τρόποι να βλέπουμε τον κόσμο. Αν καταφέρουμε ένα παιδί να αισθανθεί από μικρό αυτή τη μαγεία, τότε έχουμε ήδη κάνει το δυσκολότερο βήμα. Τα υπόλοιπα μπορούν να διδαχθούν.
Γιατί τελικά η σειρά έχει σημασία. Δεν μαθαίνει πρώτα το παιδί μια ξένη γλώσσα και ύστερα, ίσως, την αγαπά. Πρώτα πρέπει να την αγαπήσει. Και ακριβώς επειδή θα την αγαπήσει, θα θέλει να τη μάθει. Εκεί βρίσκεται ολόκληρο το μυστικό μιας σωστής αρχής.