Η λέξη «ρετάλι» χρησιμοποιείται συχνά στην καθομιλουμένη, αλλά πολλοί δεν γνωρίζουν τη σημασία της.
Η λέξη έχει ρίζες από την ιταλική λέξη ritaglio, που σημαίνει απόκομμα, υπόλειμμα.
«Ρετάλι»
Η λέξη «ρετάλι» σημαίνει το τελευταίο κομμάτι από τόπι υφάσματος, που πωλείται πολύ φθηνότερα από την κανονική τιμή, αντίστοιχα μπορεί να ειπωθεί και για το υπόλειμμα διαφόρων υλικών όπως ξύλου, πλακών κλπ.
Η έννοια με την οποία χρησιμοποιείται περισσότερο η λέξη είναι η μεταφορική, η οποία περιγράφει κάποιον που είναι κατάκοπος, εξαντλημένος, σύμφωνα με το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη.
Παράδειγμα: Μετά από τόσες ώρες δουλειάς, νιώθω ρετάλι.
Επίσης, μεταφορικά χρησιμοποιείται και κάποιον άνθρωπο χωρίς αξία, το κατακάθι.
Παραδείγματα:
- Μ' εκνευρίζουν κάτι ρετάλια που το παίζουν σπουδαίοι.
- Τον έκανε ρετάλι με δυο κουβέντες που του είπε! (τον ξευτίλισε).
Συνώνυμη λέξη: Τιποτένιος.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Σπίτι με 50 ευρώ το μήνα για δημόσιους υπαλλήλους: Το νέο πρόγραμμα που αλλάζει τα δεδομένα
Από ποια ώρα θα βρέχει σήμερα Τετάρτη στην Αττική
Alfavita Newsroom