Πρόκειται για λέξη σπάνια στην καθημερινή χρήση, με αρχαιοελληνική ρίζα και βαρύ φορτίο. Το «κνώδαλο» συναντάται κυρίως σε λογοτεχνικά ή σκωπτικά συμφραζόμενα και η σημασία του δεν είναι, πια, ευρέως γνωστή.
Στην κυριολεξία του, «κνώδαλο» είναι ένα άγριο, επικίνδυνο θηρίο – ζώο που προκαλεί φόβο και δεν εξημερώνεται εύκολα. Στη μεταφορική του χρήση, όμως, η λέξη αποκτά ιδιαίτερη αιχμή: περιγράφει έναν χυδαίο, ευτελή ή ανήθικο άνθρωπο, που προκαλεί αποστροφή ή περιφρόνηση.
Η λέξη εμφανίζεται και στην Οδύσσεια, με χαρακτηριστικό το παράδειγμα: «Φεύγα απ’ την πόρτα, κνώδαλο, να μη σε ποδοσύρω» (ραψ. σ, μετάφραση Ζ. Σιδέρη), όπου δηλώνει κάποιον περιφρονητέο, ανάξιο.
Σήμερα, όταν χρησιμοποιείται –συνήθως με έντονο ύφος ή ειρωνεία– το «κνώδαλο» λειτουργεί ως χαρακτηρισμός που υποτιμά και προσβάλλει. Μια παλιά λέξη που επιβιώνει στα περιθώρια της καθομιλουμένης, αλλά διατηρεί τη δύναμή της, κυρίως ως λέξη... βαριάς κατηγορίας.