Σε μια εποχή όπου η πολιτική πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε ποσοστά, γραφήματα και «τάσεις», η ανάγκη κατανόησης των μηχανισμών διαμόρφωσης της «κοινής γνώμης» γίνεται επιτακτική. Το ίδιο επιτακτική με την επιστροφή σε κλασικές αναλύσεις της κοινωνιολογίας και της κοινωνικής ψυχολογίας που θα υπενθυμίσουν ορισμένα αδίκως λησμονημένα αυτονόητα. Ιδίως όταν οι συνεχείς πρόωρες δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται ως ουδέτερη ενημέρωση, ενώ στη πράξη λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικής επιρροής και πολιτικής χειραγώγησης.
Πολύ πριν ο Gallup εγκαθιδρύσει τη δημοσκοπική έρευνα (1936), γνωρίζαμε (Tarde, 1901) ότι το «κοινό» συγκροτείται από τα μέσα επικοινωνίας (εφημερίδες στην αρχή, ΜΜΕ στη συνέχεια) που επιτρέπουν τη διάδοση ιδεών χωρίς φυσική παρουσία και πως η κοινωνική ζωή βασίζεται στη μίμηση, υπό την έννοια ότι οι άνθρωποι υιοθετούν ιδέες, συμπεριφορές και πεποιθήσεις, μιμούμενοι άλλους, κυρίως όταν αυτοί οι άλλοι είναι άτομα με κύρος. Πολύ αργότερα μάθαμε (Festinger, 1954) πως όλοι μας έχουμε την τάση να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους, αποσκοπώντας στην κοινωνική και ψυχολογική ισορροπία. Ωστόσο, επειδή για τις γνώμες μας δεν διαθέτουμε αντικειμενικό κριτήριο, τείνουμε να τις συγκρίνουμε με όσους έχουν ίδια γνώμη με εμάς. Οι κοινωνίες, με άλλα λόγια, κατασκευάζουν την αντικειμενικότητα μέσω σύγκρισης – και ο αριθμός γίνεται υποκατάστατο της αλήθειας: η πλειοψηφία υποτίθεται πως έχει δίκιο και οι μειοψηφίες λάθος.
Λίγο αργότερα ανακαλύψαμε, ωστόσο (Moscovici, 1976), πως η ευρέως διαδεδομένη κοινωνική αναπαράσταση, κατά την οποία οφείλουμε να συμφωνούμε με τους πολλούς και να διαφωνούμε με τους λίγους, δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική, πολιτική και ιστορική πραγματικότητα: η κοινωνική επιρροή δεν είναι προνόμιο της πλειοψηφίας, ενώ η κοινωνική αλλαγή προκύπτει από τις ενεργές συνεκτικές μειονότητες που έρχονται σε κοινωνιογνωστική σύγκρουση με τις κυρίαρχες νόρμες και αξίες, επιμένοντας στις καινοτόμες ριζοσπαστικές τους προτάσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι συνεχείς πρόωρες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν απλώς στάσεις αλλά επιδιώκουν να παγώσουν το κοινωνικό γίγνεσθαι: μέσα από την επαναλαμβανόμενη προβολή μιας κυβερνητικής –συχνά ισχνής– δημοσκοπικής πλειοψηφίας, καλλιεργείται η προσδοκία μιας εφησυχαστικής «ισορροπίας». Κατασκευάζεται έτσι η εικόνα μιας συμπαγούς πλειοψηφίας και ασκείται πίεση συμμόρφωσης στα άτομα που «αποκλίνουν». Η κυβέρνηση ωφελείται άμεσα από αυτήν τη διαδικασία, καθώς εμφανίζεται ως εκφραστής της «λαϊκής βούλησης», ενώ οι αντιπολιτευτικές και μειοψηφικές φωνές απονομιμοποιούνται έμμεσα. Το πολιτικό μέλλον παρουσιάζεται ως λυμένη υπόθεση, η σύγκρουση ως περιττός κακόγουστος θόρυβος και η αμφισβήτηση ως ανευθυνότητα. Η επιδιωκόμενη ψευδής συναίνεση αποσκοπεί επίσης να πείσει την κοινωνία ότι η σταθερότητα ταυτίζεται με τη συνέχιση της παρούσας κατάστασης, ακόμα και αν αυτή παράγει γενικευμένη οικονομική ανέχεια και κοινωνιοψυχολογική εξάντληση. Πρόκειται για μια πολιτική «ισορροπίας» που λειτουργεί υπέρ των ισχυρών που, αν και είναι «λίγοι», φαντάζουν «πολλοί», απλώς επειδή η συνεχής υπογράμμιση των «μικρών» ποσοστών των αντιπολιτευτικών κομμάτων κατασκευάζει το κλίμα της «χαμένης ψήφου» και η μειονοτική επιλογή παρουσιάζεται «εκλογολογικά» μάταιη και κοινωνικά μη συνετή.
Τα παραπάνω ωθούν σε αναστοχασμό γιατί παραπέμπουν προφανώς στην ανάλυση του Bourdieu (1973), σύμφωνα με την οποία η «κοινή γνώμη», όπως παρουσιάζεται από τις δημοσκοπήσεις, δεν είναι φυσικό δεδομένο αλλά κοινωνική κατασκευή. Οι δημοσκοπήσεις ασκούν συμβολική εξουσία, καθώς καθορίζουν ποια ερωτήματα τίθενται, ποιες απαντήσεις θεωρούνται έγκυρες (με μοναδικό κριτήριο τη δημοτικότητά τους) και ποια κοινωνικά υποκείμενα αποκλείονται σιωπηρά. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ασκείται συμβολική βία: πολιτικές επιβολές και κυβερνητικές στρατηγικές εμφανίζονται ως αυτονόητο αποτέλεσμα αριθμών και όχι ως προϊόν πολιτικών συγκρούσεων και σχέσεων ισχύος.
Τα ΜΜΕ λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές αυτής της εξουσίας, παρουσιάζοντας την κατασκευή ως αντικειμενική πραγματικότητα. Αντί να αποδομούν τις δημοσκοπήσεις, να εξηγούν τα όριά τους και να αναδεικνύουν τις συγκρούσεις που αποκρύπτουν, τις μετατρέπουν σε καθημερινό πολιτικό θέαμα ενισχυμένο από τα social media τα οποία πίσω από την ανωνυμία τους δημιουργούν την ψευδαίσθηση ενός ομοφωνικού «κοινού» που θυμίζει έντονα τόσο την αποδυνάμωση της κριτικής σκέψης μέσω της μίμησης που περιγράφει ο Tarde όσο και τον παραλογισμό που προσάπτει στα πλήθη ο Le Bon (1894).
Συμπερασματικά, οι συνεχείς πρόωρες δημοσκοπήσεις, όπως αξιοποιούνται από τα ΜΜΕ και την κυβέρνηση, από υποτιθέμενα εργαλεία ενημέρωσης μετατρέπονται σε διαμορφωτές ψευδών συναινέσεων. Η κοινωνική σύγκρουση, η μειονοτική επιρροή, η ύπαρξη πολιτικών άκρων δεν είναι ωστόσο απειλές για τη δημοκρατία. Είναι όροι ζωής της. Σε μια κοινωνία βυθισμένη στην οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια όπως και στην ψυχολογική κόπωση, η κατασκευή μιας τεχνητής δημοσκοπικής ισορροπίας δεν προσφέρει λύση αλλά απλή αναβολή. Και όσο η πολιτική μετατρέπεται σε παιχνίδι αριθμών τόσο οι πολίτες κινδυνεύουν να συνηθίσουν τον ρόλο του υπηκόου σε μια συναίνεση που δεν επέλεξαν.
*Ομότιμος καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις