Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η περίοδος των Πανελλαδικών Εξετάσεων, η δημόσια συζήτηση στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στους μαθητές, στο άγχος των οικογενειών, στη δυσκολία των θεμάτων, στις βάσεις εισαγωγής και στις πιθανότητες επιτυχίας. Και πράγματι, οι μαθητές βρίσκονται στο επίκεντρο μιας δοκιμασίας υψηλής πίεσης που συχνά καθορίζει την επόμενη φάση της ζωής τους. Υπάρχει όμως μια ολόκληρη άλλη πλευρά αυτής της εθνικής διαδικασίας που παραμένει σχεδόν αόρατη: οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί που κάθε χρόνο καλούνται να σηκώσουν στις πλάτες τους τη λειτουργία αυτού του γιγαντιαίου εξεταστικού μηχανισμού.
Γιατί πίσω από την εικόνα της οργανωμένης διαδικασίας, πίσω από τις ανακοινώσεις περί ομαλής διεξαγωγής, πίσω από τη συνήθη πολιτική αυτοϊκανοποίηση ότι «όλα κύλησαν ομαλά», υπάρχει μια πραγματικότητα που ελάχιστα συζητείται. Μια πραγματικότητα που πολλοί εκπαιδευτικοί περιγράφουν όχι ως τιμητική υπηρεσιακή συμβολή, αλλά ως μια εξοντωτική υποχρέωση χωρίς ουσιαστική επιλογή, χωρίς πραγματική μέριμνα και συχνά χωρίς στοιχειώδη σεβασμό στις ανθρώπινες αντοχές.
Οι Πανελλαδικές δεν λειτουργούν αυτόματα. Δεν είναι ένας απρόσωπος τεχνοκρατικός μηχανισμός. Λειτουργούν επειδή χιλιάδες εκπαιδευτικοί επιτηρούν, βαθμολογούν, μετακινούνται, εργάζονται υπό πίεση, αναλαμβάνουν ευθύνες και αποδέχονται συχνά συνθήκες που σε άλλους επαγγελματικούς χώρους θα προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις.
Και εδώ αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί ενώ σε άλλες εξεταστικές διαδικασίες του ίδιου του Υπουργείου Παιδείας —όπως το Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσομάθειας, εξετάσεις ελληνομάθειας ή άλλες πιστοποιητικές διαδικασίες— η συμμετοχή των εκπαιδευτικών οργανώνεται μέσω δηλώσεων διαθεσιμότητας και προτίμησης, στις Πανελλαδικές η λογική αλλάζει δραματικά και η συμμετοχή αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αδιαπραγμάτευτη υπηρεσιακή επιταγή;
Για πολλούς εκπαιδευτικούς, αυτό είναι το πρώτο σημείο πικρίας. Δεν μιλούν για άρνηση συμβολής. Μιλούν για το δικαίωμα στοιχειώδους σεβασμού. Για το δικαίωμα να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, οι υποχρεώσεις, η υγεία, οι πραγματικές δυνατότητες μετακίνησης.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που βρίσκονται λίγο πριν από τη συνταξιοδότηση και καλούνται, για ακόμη μία χρονιά, να συμμετάσχουν σε μια ιδιαίτερα απαιτητική και ψυχοφθόρα διαδικασία χωρίς να έχουν καν τη δυνατότητα να δηλώσουν αδυναμία ή απλή εξάντληση. Άλλοι καλούνται να μετακινηθούν σε εξεταστικά ή βαθμολογικά κέντρα που απέχουν δεκάδες χιλιόμετρα από τον τόπο κατοικίας ή εργασίας τους, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε διερεύνηση για το αν διαθέτουν μέσο μεταφοράς, αν υπάρχει δημόσια συγκοινωνία ή αν η διαδρομή είναι καν πρακτικά εφικτή.
Το οικονομικό σκέλος προσθέτει μια ακόμη στρώση δυσφορίας. Γιατί πέρα από τη θεσμική υποχρέωση, υπάρχουν πραγματικά έξοδα: καύσιμα, διόδια, εισιτήρια, φαγητό, μικροδαπάνες της ημέρας. Και όλα αυτά για μια αποζημίωση που πολλοί χαρακτηρίζουν όχι απλώς χαμηλή αλλά σχεδόν συμβολική, σε βαθμό που συχνά να μην καλύπτει ούτε το πραγματικό κόστος συμμετοχής.
Υπάρχει όμως και η ανθρώπινη διάσταση που δύσκολα αποτυπώνεται σε εγκυκλίους.
Ο εκπαιδευτικός που καλείται να λείψει πολλές ώρες πέραν του κανονικού του ωραρίου δεν είναι ένας απρόσωπος κρατικός λειτουργός χωρίς προσωπική ζωή. Είναι γονιός. Είναι φροντιστής ηλικιωμένων συγγενών. Είναι άνθρωπος με οικογενειακές και προσωπικές υποχρεώσεις. Και όταν αυτή η επιβάρυνση αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη, χωρίς καμία διαβούλευση ή ευελιξία, δημιουργείται ένα αίσθημα βαθιάς απαξίωσης.
Ακόμη πιο προβληματικές είναι οι περιπτώσεις όπου τίθενται ζητήματα υγείας. Εκπαιδευτικοί με κινητικά προβλήματα ή άλλες σοβαρές δυσκολίες περιγράφουν συχνά ένα ιδιαίτερα άκαμπτο πλαίσιο, στο οποίο η εξαίρεση δεν είναι απλή υπόθεση. Η γραφειοκρατική απαίτηση συγκεκριμένων πιστοποιήσεων, ακόμη και όταν προϋπάρχουν τεκμηριωμένα ιατρικά δεδομένα, δημιουργεί επιπλέον ταλαιπωρία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματικό κίνδυνο για την υγεία των ίδιων των εργαζομένων.
Μέσα στα βαθμολογικά κέντρα, η πίεση αποκτά άλλο χαρακτήρα. Ο χρόνος πιέζει, τα αποτελέσματα πρέπει να βγουν, η διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς καθυστερήσεις. Όμως η βαθμολόγηση γραπτών —ιδίως σε μαθήματα όπως η Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία— δεν είναι μηχανική πράξη. Απαιτεί συγκέντρωση, καθαρό μυαλό, προσοχή, παιδαγωγική ευθύνη. Όταν αυτή η διαδικασία εκτελείται υπό συνθήκες εξάντλησης και χρονικής πίεσης, δεν επιβαρύνεται μόνο ο εκπαιδευτικός· τίθεται ζήτημα και για την ίδια την ποιότητα της αξιολόγησης.
Το πιο παράδοξο είναι ότι όλη αυτή η πραγματικότητα παραμένει σχεδόν αόρατη στην κοινωνία. Ο δημόσιος λόγος βλέπει το αποτέλεσμα, όχι τη διαδρομή. Βλέπει την ανακοίνωση των βαθμών, όχι τις ατελείωτες ώρες εργασίας που προηγήθηκαν.
Και βέβαια υπάρχει και μια ευρύτερη αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Μιλάμε για έναν επαγγελματικό κλάδο που εδώ και χρόνια καταγγέλλει στασιμότητα αποδοχών, απουσία ουσιαστικών μισθολογικών ενισχύσεων, αποκλεισμό από διεκδικήσεις που άλλοι κλάδοι έχουν επαναφέρει στη δημόσια ατζέντα, και ταυτόχρονα καλείται να στηρίζει με αυξημένο αίσθημα καθήκοντος μια από τις πιο κρίσιμες κρατικές λειτουργίες.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι Πανελλαδικές είναι μια εθνικά κρίσιμη διαδικασία. Το ερώτημα είναι αν μια τόσο κρίσιμη διαδικασία μπορεί να συνεχίζει να βασίζεται σε μια κουλτούρα αυτονόητης υπερεργασίας, σιωπηλής συμμόρφωσης και περιορισμένης θεσμικής μέριμνας.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν οι εκπαιδευτικοί θέλουν να στηρίξουν τους μαθητές. Το αποδεικνύουν κάθε χρόνο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το ίδιο το σύστημα είναι διατεθειμένο να στηρίξει εκείνους που κρατούν όρθια τη διαδικασία.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Ρεύμα: Η ηλεκτρική συσκευή που μπορεί να καίει όσο 65 ψυγεία μαζί
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Παναγιώτης Παραμυθιώτης