Σταθερά προσηλωμένα στην παραδοσιακή ασφάλεια των ακινήτων και των τραπεζικών καταθέσεων παραμένουν τα ελληνικά νοικοκυριά, επιλέγοντας να κρατούν αποστάσεις ασφαλείας από μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και άλλες σύγχρονες μορφές επενδύσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου 7 στα 10 ευρώ του συνολικού πλούτου των Ελλήνων επενδύονται σε σπίτια, οικόπεδα και ακίνητη περιουσία, με τα ακίνητα να αντιπροσωπεύουν συχνά έως και πάνω από το 80% της περιουσίας, ενώ ακολουθούν οι τραπεζικές καταθέσεις ως το δεύτερο βασικό «καταφύγιο» αξίας.
Παρά την ακρίβεια και τις πιέσεις στα εισοδήματα, οι τραπεζικές καταθέσεις των νοικοκυριών έχουν ανέλθει στα 156,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας εντυπωσιακή ανάκαμψη σε σύγκριση με το ναδίρ των 109,4 δισ. ευρώ του 2019, αν και παραμένουν χαμηλότερα από τα επίπεδα-ρεκόρ των 188,2 δισ. ευρώ του 2009. Ωστόσο, αυτή η επιλογή αποδείχθηκε ιδιαίτερα κοστοβόρα, καθώς ο πληθυσμός «ροκάνισε» τεράστια ποσά λόγω των εξaρετικά χαμηλών επιτοκίων. Ενδεικτικά, την τετραετία 2022-2025, οι αποταμιευτές εισέπραξαν μόλις 2 δισ. ευρώ σε τόκους, αλλά έχασαν περίπου 23 δισ. ευρώ σε πραγματική αγοραστική δύναμη εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού.
Η εμμονή των Ελλήνων στα ακίνητα και τις καταθέσεις διαμορφώνει ένα τεράστιο χάσμα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς οι επενδύσεις σε μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια αντιστοιχούν μόλις στο 18,9% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει στο 35,4%. Στη στάση αυτή συμβάλλουν η ιστορική δυσπιστία από τη χρηματιστηριακή φούσκα του 1999 και η έλλειψη ισχυρών κρατικών κινήτρων και φοροαπαλλαγών, όπως συναντώνται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τη μακροχρόνια αποταμίευση.
Παρά ταύτα, τα τελευταία χρόνια διαγράφεται μια σημαντική στροφής προς τα αμοιβαία κεφάλαια, με το συνολικό ενεργητικό τους να έχει τριπλασιαστεί, εκτοξευόμενο από τα 11,2 δισ. ευρώ το 2021 σε περίπου 34 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2026, σηματοδοτώντας την είσοδο «φρέσκου» χρήματος από αποταμιευτές που αναζητούν καλύτερες αποδόσεις. Η τάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το μεγάλο ελληνικό παράδοξο της αρνητικής τρέχουσας αποταμίευσης, καθώς το 2024 ο δείκτης αποταμίευσης διαμορφώθηκε στο -2,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι του εντυπωσιακού +15,2% στη Eurozone, γεγονός που δείχνει ότι πολλά νοικοκυριά εξακολουθούν να ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν, αξιοποιώντας παλαιότερους πόρους.