Το «Unabomber», που έκανε πρεμιέρα στο Netflix στις 25 Σεπτεμβρίου, χρειάστηκε ελάχιστες ώρες για να φτάσει στην πρώτη θέση των trends. Το θέμα του, το true crime κοινό και τα ονόματα του καστ αρκούσαν για να το μετατρέψουν σχεδόν αμέσως σε μία από τις πιο πολυσυζητημένες νέες κυκλοφορίες της πλατφόρμας.
Η επιτυχία του, ωστόσο, δεν συμβαδίζει απόλυτα με την ποιότητά του.
Η ταινία έχει ενδιαφέρον, διαθέτει ορισμένες πολύ δυνατές σκηνές και δύο εξαιρετικές ερμηνείες, όμως παραμένει άνιση και σεναριακά απλουστευτική.
Δύο χρονικές γραμμές
Η ιστορία κινείται ανάμεσα σε δύο περιόδους.
Στη μία παρακολουθούμε τον 16χρονο Τεντ Καζίνσκι στο Χάρβαρντ στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όπου συμμετέχει σε σκληρά ψυχολογικά πειράματα. Στην άλλη, μεταφερόμαστε στη δεκαετία του 1990 και στην έρευνα του FBI για τον βομβιστή που παρέμενε για χρόνια ασύλληπτος.
Η πρώτη χρονική γραμμή είναι και η πιο ενδιαφέρουσα, κυρίως επειδή στηρίζεται στη σχέση ανάμεσα στον νεαρό Καζίνσκι και τον καθηγητή Χένρι Μάρεϊ.
Ο Τζέικομπ Τρέμπλεϊ αποδίδει πειστικά έναν ευφυή αλλά βαθιά απομονωμένο νέο, ενώ ο Ράσελ Κρόου δημιουργεί έναν επιβλητικό και χειριστικό Μάρεϊ, που κυριαρχεί στις μεταξύ τους σκηνές.
Αυτές ακριβώς οι σκηνές δίνουν στην ταινία το μεγαλύτερο ψυχολογικό της βάρος.
Το πιο αδύναμο μισό
Όταν η αφήγηση περνά στην έρευνα του FBI, το φιλμ γίνεται αισθητά πιο συμβατικό.
Η Σέιλιν Γούντλεϊ, στον ρόλο της πράκτορα Τζοάν Μίλερ, έχει περιορισμένο χώρο να αναπτύξει τον χαρακτήρα της και το ανθρωποκυνηγητό δεν αποκτά ποτέ την ένταση που απαιτεί μια τέτοια ιστορία.
Το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο τυπικό αστυνομικό δράμα παρά ψυχολογικό θρίλερ, με την ταινία να χάνει μέρος της δυναμικής που είχε χτίσει στις σκηνές του Χάρβαρντ.
Το μεγαλύτερο σεναριακό πρόβλημα
Η βασική ένσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα ψυχολογικά πειράματα με τη μετέπειτα πορεία του Καζίνσκι.
Το σενάριο δίνει την εντύπωση ότι αναζητά μια σχεδόν ευθύγραμμη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, υποβαθμίζοντας την πολυπλοκότητα μιας υπόθεσης που δύσκολα μπορεί να χωρέσει σε μία μόνο εξήγηση.
Και ακριβώς εκεί η ταινία γίνεται πιο απλοϊκή απ’ όσο θα έπρεπε.
Αντί να αφήσει χώρο για αμφιβολίες και αντιφάσεις, προτιμά μια πιο εύκολη ψυχολογική ερμηνεία, η οποία κάνει την ιστορία πιο εύπεπτη αλλά λιγότερο ενδιαφέρουσα.
Αξίζει τελικά;
Ναι, κυρίως για όσους παρακολουθούν συστηματικά true crime παραγωγές και για τις ερμηνείες του Ράσελ Κρόου και του Τζέικομπ Τρέμπλεϊ.
Όχι, αν κάποιος περιμένει ένα βαθύ, πολυεπίπεδο ψυχολογικό θρίλερ αντάξιο της πραγματικής υπόθεσης.
Το «Unabomber» είναι τελικά μια αξιοπρεπής, άνιση ταινία, με ένα πολύ δυνατό πρώτο μισό και ένα σαφώς πιο αδύναμο δεύτερο.
Βλέπεται. Αλλά ο θόρυβος γύρω της είναι μεγαλύτερος από την ίδια.