Στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας βρίσκεται η νέα προσέγγιση της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή, με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να παρουσιάζει από το βήμα της συνόδου κορυφής της G7 το Μνημόνιο Συνεργασίας με το Ιράν. Ο Λευκός Οίκος κάνει λόγο για μια «ιστορική» εξέλιξη, η οποία έχει ήδη συζητηθεί με τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ, αποσπώντας τον ενθουσιασμό των ξένων ηγετών.
Απαντώντας στις εσωτερικές και διεθνείς επικρίσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος υπεραμύνθηκε της επιλογής του για ανακωχή, τονίζοντας ότι η προοπτική της ειρήνης λειτούργησε ευεργετικά για τις διεθνείς αγορές, ενώ απέρριψε τις φωνές που ζητούσαν τη συνέχεια των στρατιωτικών πληγμάτων.
Το φάσμα της οικονομικής ύφεσης και το μάθημα από τον Χέρμπερτ Χούβερ
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του Λευκού Οίκου, η απόφαση για τον τερματισμό των εχθροπραξιών βασίστηκε σε καθαρά οικονομικά κριτήρια, προκειμένου να αποφευχθεί μια παγκόσμια χρηματοπιστωτική καταστροφή. Ο Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε σε μια ασυνήθιστη ιστορική αναδρομή, αναφέροντας ότι μελέτησε τη θητεία του Χέρμπερτ Χούβερ, του προέδρου που συνδέθηκε με το κραχ του 1929.
Όπως επισημάνθηκε, η απότομη αύξηση των φορολογικών συντελεστών και των επιτοκίων από την κυβέρνηση Χούβερ πυροδότησε τη Μεγάλη Ύφεση του προηγούμενου αιώνα. «Ήταν ο μόνος πρόεδρος που δεν ήθελα να γίνω», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι προτίμησε τη διπλωματική οδό από μια παρατεταμένη σύγκρουση που θα οδηγούσε την αμερικανική οικονομία σε βαθιά ύφεση.
Το τελεσίγραφο των 60 ημερών και η κληρονομιά του Σουλεϊμανί
Παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία ότι οι δύο πλευρές θα καταλήξουν σε οριστική συμφωνία, η Ουάσιγκτον διατηρεί μια ιδιαίτερα σκληρή στάση. Η αμερικανική πλευρά έθεσε αυστηρό χρονοδιάγραμμα 60 ημερών για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, ξεκαθαρίζοντας ότι αν το επόμενο στάδιο αποτύχει, οι στρατιωτικοί βομβαρδισμοί εναντίον του Ιράν θα ξεκινήσουν αμέσως.
Η αμερικανική ηγεσία υποστήριξε ότι το τρέχον Μνημόνιο Συνεργασίας δεν είναι προϊόν των τελευταίων εβδομάδων, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας στρατηγικής που ξεκίνησε με τη δολοφονία του Στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020.
Στο παρασκήνιο της επιχείρησης εκείνης, αναφέρθηκαν τα εξής:
- Η εξουδετέρωση του επικεφαλής της Δύναμης Κουντς ήταν μια κοινή επιχείρηση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
- Το Τελ Αβίβ υπαναχώρησε την τελευταία στιγμή πριν από το πλήγμα, αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον να λάβει την τελική απόφαση μονομερώς.
- Χωρίς αυτή την αποφασιστική κίνηση, η Τεχεράνη δεν θα βρισκόταν σήμερα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έχοντας αποδεχθεί την πλήρη εγγύηση ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό οπλοστάσιο.
Οι παραινέσεις στον Νετανιάχου για τον Λίβανο και τη Χεζμπολάχ
Το Μνημόνιο Συνεργασίας προκάλεσε κύμα αντιδράσεων στο εσωτερικό του Ισραήλ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να παρεμβαίνει προσωπικά για να καθησυχάσει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, η συμφωνία εξασφαλίζει το κυριότερο αίτημα του Ισραηλινού πρωθυπουργού, εκμηδενίζοντας τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πλήγματος που θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ.
Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν δίστασε να εκφράσει τις διαφωνίες της σχετικά με την ένταση των ισραηλινών επιχειρήσεων στο λιβανέζικο μέτωπο:
- Συστήθηκε στον Μπενιαμίν Νετανιάχου να υιοθετήσει μια «πιο ήπια πινελιά» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Βηρυτό.
- Εκφράστηκε η άποψη ότι δεν είναι απαραίτητο να κατεδαφίζεται ένα ολόκληρο κτίριο κάθε φορά που εντοπίζεται σε αυτό ένα στέλεχος της Χεζμπολάχ.
- Διατυπώθηκε η ελπίδα ότι η συμφωνία με το Ιράν θα αποτελέσει το πρώτο βήμα για μια συνολική ειρήνευση στη Μέση Ανατολή, ενώ έγινε ειδική αναφορά στην ιστορική κουλτούρα του Λιβάνου, ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες «ζει στην κόλαση».
Το οικονομικό καθεστώς: Παγωμένα κεφάλαια, πύραυλοι και «διαστημικές κάμερες»
Στο εσωτερικό μέτωπο των ΗΠΑ, η κυβέρνηση δέχεται έντονες πολιτικές πιέσεις σχετικά με το αν η συμφωνία θα χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμηση του Ιράν, οι ζημιές του οποίου εκτιμώνται στα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να δοθούν αμερικανικά δολάρια στην Τεχεράνη, αλλά άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επενδύσεων από τις γειτονικές αραβικές χώρες.
Διαχωρίστηκε πλήρως η παροχή αμερικανικής βοήθειας από την επικείμενη αποδέσμευση των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων. «Αυτά τα χρήματα ανήκουν στο Ιράν, τα είχαμε παγώσει και τώρα θα πρέπει να τα επιστρέψουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά η αμερικανική πλευρά.
Παράλληλα, ανακοινώθηκε ότι τα κράτη του Κόλπου, με ιδιαίτερη μνεία στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Πακιστάν, θα συμμετάσχουν σε μια παράλληλη διαδικασία για την αντιμετώπιση των μη πυρηνικών ζητημάτων, όπως οι περιφερειακοί πληρεξούσιοι και οι βαλλιστικοί πύραυλοι. Η Ουάσιγκτον εμφανίστηκε διάtext να επιτρέψει στο Ιράν την κατοχή περιορισμένου αριθμού συμβατικών βαλλιστικών πυραύλων για λόγους ισορροπίας με τα γειτονικά κράτη, υποβαθμίζοντας τον κίνδυνο τους σε σχέση με τα πυρηνικά.
Όσον αφορά τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου της Τεχεράνης, αναφέρθηκε ότι η «πυρηνική σκόνη» βρίσκεται θαμμένη βαθιά κάτω από τα ερείπια των τριών κεντρικών εγκαταστάσεων που επλήγησαν πέρυσι, με τη Διαστημική Δύναμη (Space Force) των ΗΠΑ να επιτηρεί συνεχώς τον χώρο μέσω ειδικών καμερών.
Η απάντηση για το Μινάμπ και ο επίλογος με νόημα
Ερωτηθείς για το πολύνεκρο πλήγμα σε σχολείο θηλέων στην πόλη Μινάμπ του νότιου Ιράν, το οποίο στοίχισε τη ζωή σε 165 άτομα, ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε την ύπαρξη δόλου. Χαρακτήρισε την ερώτηση παράδοξη, σημειώνοντας ότι η υπόθεση ερευνάται, ενώ συμπλήρωσε πως «γίνονται λάθη, ο πόλεμος είναι άσχημος», στρέφοντας την προσοχή στις απώλειες των χιλιάδων στρατιωτών.
Η συνέντευξη Τύπου έκλεισε με χιουμοριστική διάθεση, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει ότι την τελική υπογραφή στη συμφωνία θα βάλει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς. «Αν πετύχει, η επιτυχία θα πιστωθεί σε εμένα. Αν αποτύχει, θα κατηγορήσω τον Βανς», κατέληξε, αποτυπώνοντας το γνώριμο στυλ της πολιτικής του ρητορικής.