Η εξαγγελία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τη συνταγματική αναθεώρηση επανέφερε στο προσκήνιο ένα από τα πιο φορτισμένα –και πολιτικά «βολικά»– ζητήματα του δημόσιου διαλόγου: τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Με κεντρικό επιχείρημα τη «διαρκή αξιολόγηση» και μια «νέα βάση» για τη μονιμότητα, η κυβέρνηση επιχειρεί να ντύσει μια βαριά θεσμική παρέμβαση με τον μανδύα του εκσυγχρονισμού.
Το ισχύον άρθρο 103 του Συντάγματος δεν κατοχυρώνει μια ανεξέλεγκτη, «ισόβια» εργασιακή ασυλία. Προβλέπει ρητά πειθαρχικό δίκαιο, υπηρεσιακά συμβούλια, δικαστικό έλεγχο και απολύσεις για σοβαρά παραπτώματα ή ποινικές διώξεις. Με απλά λόγια: η απόλυση υπάρχει ήδη ως δυνατότητα. Αυτό που διαχρονικά απουσιάζει δεν είναι το νομικό εργαλείο, αλλά η διοικητική βούληση και η θεσμική σοβαρότητα στην εφαρμογή του.
Οι κυβερνητικές διευκρινίσεις, διά στόματος του εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ότι η αξιολόγηση δεν στοχεύει «απαραίτητα στην απόλυση αλλά και στην επιβράβευση», επιχειρούν να αμβλύνουν τις αντιδράσεις. Όμως αφήνουν αναπάντητο το βασικό: αν ο στόχος είναι η αξιολόγηση, γιατί απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση; Γιατί δεν ξεκινά η επιβράβευση των ικανών, η απομάκρυνση των επίορκων και η αναβάθμιση της διοίκησης με το ισχύον πλαίσιο;
Η αίσθηση που καλλιεργείται είναι πως η μονιμότητα λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για τις χρόνιες παθογένειες του κράτους. Όμως η εμπειρία δείχνει ότι τα προβλήματα του Δημοσίου δεν γεννήθηκαν από τη μονιμότητα, αλλά από την κομματικοποίηση, την απουσία στοχοθεσίας, τις «παράλληλες ιεραρχίες» και την έλλειψη ουσιαστικής διοικητικής λογοδοσίας. Η αποδυνάμωση μιας συνταγματικής εγγύησης δεν διορθώνει αυτά τα φαινόμενα· απλώς τα μετατοπίζει.
Υπάρχει και μια πιο σιωπηλή, αλλά κρίσιμη διάσταση. Η μονιμότητα δεν προστατεύει μόνο τον υπάλληλο· προστατεύει τον πολίτη. Διασφαλίζει ότι ο δημόσιος λειτουργός μπορεί να εφαρμόσει τον νόμο χωρίς τον φόβο πολιτικών πιέσεων ή υπηρεσιακών αντιποίνων. Ένα Δημόσιο με εργαζομένους υπό μόνιμη εργασιακή ανασφάλεια δεν γίνεται αυτομάτως πιο αποτελεσματικό· γίνεται πιο πειθήνιο.
Η συνταγματική αναθεώρηση είναι κορυφαία θεσμική πράξη. Όταν χρησιμοποιείται για να επιλύσει προβλήματα εφαρμογής και όχι αρχών, κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε εργαλείο επικοινωνιακής πολιτικής. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν βρίσκεται στο «ξήλωμα» της μονιμότητας, αλλά στη δημιουργία ενός κράτους που αξιολογεί δίκαια, επιμορφώνει συστηματικά και παρεμβαίνει αποφασιστικά όταν παραβιάζεται το καθήκον.
Αν κάτι αξίζει να τεθεί «σε νέα βάση», αυτό δεν είναι η μονιμότητα καθαυτή, αλλά η σχέση του κράτους με τους θεσμούς του. Και εκεί, το Σύνταγμα δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το τελευταίο ανάχωμα.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Νίκος Μακρής