ΑΣΕΠ: Έρχονται 3.800 μόνιμες θέσεις στο Δημόσιο για αποφοίτους Λυκείου – Ποιες ειδικότητες βρίσκονται στο προσκήνιο

Κοινωνία 0

Η σκοτεινή πλευρά της υπακοής: Τι αποκάλυψε ένα ιστορικό πείραμα

ηλεκτροσοκ
Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Τι μπορεί να κάνει έναν συνηθισμένο άνθρωπο να προκαλέσει πόνο σε κάποιον άγνωστο, μόνο και μόνο επειδή δέχεται εντολές από ένα πρόσωπο εξουσίας; Και πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε ότι θα αντιδρούσαμε διαφορετικά, αν βρισκόμασταν στην ίδια θέση;

Το πείραμα που προκάλεσε σοκ στην επιστημονική κοινότητα

Τον Ιούνιο του 1961, μια αγγελία στην εφημερίδα New Haven Register του Κονέκτικατ προσκαλούσε εθελοντές να συμμετάσχουν σε μια επιστημονική έρευνα του Πανεπιστημίου Γέιλ. Η μελέτη παρουσιαζόταν ως πείραμα σχετικά με τη μνήμη και τη μάθηση, ενώ οι συμμετέχοντες θα λάμβαναν τέσσερα δολάρια για περίπου μία ώρα εργασίας.

Η πρόσκληση απευθυνόταν σε ανθρώπους από διαφορετικά επαγγελματικά και κοινωνικά περιβάλλοντα, χωρίς να απαιτείται ειδική εκπαίδευση ή προηγούμενη εμπειρία.

Ο πραγματικός στόχος, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός. Ο ψυχολόγος Στάνλεϊ Μίλγκραμ ήθελε να εξετάσει μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η υπακοή ενός ανθρώπου στις εντολές μιας αυθεντίας, ακόμη και όταν αυτές τον οδηγούν να προκαλέσει βλάβη σε κάποιον άλλο.

Στην πρώτη εκδοχή του πειράματος συμμετείχαν 40 άνδρες, οι οποίοι πίστευαν ότι λάμβαναν μέρος σε μια διαδικασία εκμάθησης λέξεων. Ο καθένας αναλάμβανε τον ρόλο του «δασκάλου» και έπρεπε να τιμωρεί με ηλεκτροσόκ τον «μαθητή» κάθε φορά που εκείνος απαντούσε λανθασμένα.

Ο μαθητής βρισκόταν σε ξεχωριστό δωμάτιο, ενώ ο εθελοντής είχε μπροστά του μια συσκευή με διακόπτες που αντιστοιχούσαν σε διαδοχικά αυξανόμενες εντάσεις ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό που δεν γνώριζαν οι συμμετέχοντες ήταν ότι η συσκευή δεν προκαλούσε πραγματικά ηλεκτροσόκ και ότι ο υποτιθέμενος μαθητής ήταν συνεργάτης της ερευνητικής ομάδας.

Καθώς η διαδικασία προχωρούσε, ο μαθητής άρχιζε να διαμαρτύρεται, να φωνάζει και να ζητά να σταματήσει το πείραμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, υποκρινόταν ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Παρά τις αντιδράσεις αυτές, 26 από τους 40 συμμετέχοντες, ποσοστό 65%, συνέχισαν μέχρι το υψηλότερο επίπεδο ηλεκτροσόκ, το οποίο παρουσιαζόταν ως δυνητικά θανατηφόρο.

Το αποτέλεσμα προκάλεσε έντονο προβληματισμό, καθώς έδειξε ότι αρκετοί άνθρωποι ήταν διατεθειμένοι να προκαλέσουν αυτό που πίστευαν ότι ήταν σοβαρή βλάβη σε έναν άγνωστο, εφόσον λάμβαναν σχετική εντολή από έναν επιστήμονα.

Οι νεότερες αναπαραγωγές του πειράματος

Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περισσότερες από έξι δεκαετίες, το ερώτημα της υπακοής εξακολουθεί να απασχολεί τους επιστήμονες. Για λόγους δεοντολογίας, οι σύγχρονες μελέτες δεν επαναλαμβάνουν την αρχική διαδικασία στην πλήρη έντασή της, αλλά χρησιμοποιούν τροποποιημένες εκδοχές με χαμηλότερα επίπεδα υποτιθέμενων ηλεκτροσόκ.

Το 2009, ο Τζέρι Μπέργκερ, ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας, πραγματοποίησε μια τέτοια έρευνα. Αν και περίμενε να παρατηρήσει συμπεριφορές παρόμοιες με εκείνες της αρχικής μελέτης, η αντίδραση των συμμετεχόντων τον αιφνιδίασε.

Όπως περιέγραψε, ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό να βλέπει ανθρώπους που έμοιαζαν συνηθισμένοι, ευδιάθετοι και καλοπροαίρετοι να συνεχίζουν να πατούν τους διακόπτες χωρίς να εκφράζουν ουσιαστικές αντιρρήσεις.

Στη συγκεκριμένη μελέτη, το 70% των συμμετεχόντων υπάκουσε μέχρι το τέλος. Στην έρευνα έλαβαν μέρος άνδρες και γυναίκες, χωρίς να διαπιστωθούν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

Παρόμοια αποτελέσματα καταγράφηκαν και το 2015, όταν ο Τόμας Γκζιμπ, καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο SWPS της Πολωνίας, πραγματοποίησε μια ακόμη μερική αναπαραγωγή. Σε αυτή την περίπτωση, το ποσοστό υπακοής έφτασε το 90%, χωρίς αξιοσημείωτη διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά αφορούν τις ηπιότερες σύγχρονες εκδοχές και δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με το 65% του αρχικού πειράματος.

Ο Γκζιμπ επισημαίνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τον εαυτό τους ανεξάρτητο και ηθικό, πιστεύοντας πως θα αρνούνταν να ακολουθήσουν μια εντολή που παραβιάζει τις αξίες τους. Τα επιστημονικά δεδομένα, ωστόσο, δείχνουν ότι η βεβαιότητα αυτή ίσως δεν είναι δικαιολογημένη.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό μιας νεαρής γυναίκας που συμμετείχε στη μελέτη του. Μετά την ολοκλήρωσή της ξέσπασε σε κλάματα, καθώς συνειδητοποίησε ότι είχε την τάση να κάνει όσα της ζητούσαν οι άλλοι, ακόμη και όταν η ίδια δεν συμφωνούσε.

Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο όταν ακολουθούμε εντολές

Μια διαφορετική προσέγγιση στο φαινόμενο της υπακοής ακολουθεί η Εμιλί Κασπάρ, καθηγήτρια πειραματικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης στο Βέλγιο.

Η ερευνητική της ομάδα εξετάζει τις αλλαγές στην εγκεφαλική δραστηριότητα όταν κάποιος προκαλεί πόνο σε έναν άλλο άνθρωπο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν εντολής.

Σε αντίθεση με το αρχικό πείραμα του Μίλγκραμ, οι συγκεκριμένες μελέτες χρησιμοποιούν πραγματικά, αλλά ήπια ηλεκτροσόκ, τα οποία προσαρμόζονται στα όρια αντοχής του ατόμου που τα δέχεται.

Με τη βοήθεια τεχνικών απεικόνισης, όπως η μαγνητική τομογραφία, οι επιστήμονες παρατηρούν και συγκρίνουν την εγκεφαλική λειτουργία στις δύο διαφορετικές συνθήκες.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι όταν οι συμμετέχοντες ενεργούν κατόπιν εντολής, μειώνεται η δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, την ενοχή και την προσωπική ευθύνη. Επιπλέον, φαίνεται να αντιλαμβάνονται τον πόνο που προκαλούν ως λιγότερο έντονο.

Σύμφωνα με την Κασπάρ, η παρατήρηση αυτή ενδέχεται να εξηγεί γιατί η υπακοή σε μια αυθεντία μπορεί να περιορίσει την ηθική κρίση και να διευκολύνει συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες θα απορρίπτονταν.

Τα στοιχεία από τις έρευνες της ομάδας της είναι ενδεικτικά: από περίπου 800 εθελοντές διαφορετικών εθνικοτήτων, μόλις 21 άτομα, δηλαδή το 2,6%, αρνήθηκαν να χορηγήσουν ηλεκτροσόκ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση ενός συμμετέχοντα, ο οποίος επέλεξε να μην προκαλέσει κανένα ηλεκτροσόκ όταν είχε την ελευθερία να αποφασίσει μόνος του. Όταν, όμως, άρχισε να λαμβάνει εντολές, συμμορφώθηκε πλήρως. Όπως εξήγησε, του φαινόταν απλώς ευκολότερο να υπακούσει.

Η Κασπάρ εκτιμά ότι η άρνηση μιας εντολής μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη νοητική προσπάθεια, καθώς προϋποθέτει την ενεργοποίηση μηχανισμών που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, την ενοχή και την ανάληψη προσωπικής ευθύνης.

Πώς η ευθύνη μεταφέρεται σε εκείνον που δίνει την εντολή

Ένας από τους βασικότερους μηχανισμούς που φαίνεται να ενισχύουν την υπακοή είναι η μετατόπιση της ευθύνης. Όταν κάποιος πιστεύει ότι τις συνέπειες των πράξεών του θα τις αναλάβει ένα άλλο πρόσωπο, μπορεί να αισθανθεί λιγότερο υπεύθυνος για όσα κάνει.

Αυτό ακριβώς συνέβαινε και στο αρχικό πείραμα του Μίλγκραμ. Ο ερευνητής διαβεβαίωνε τους συμμετέχοντες ότι εκείνος αναλάμβανε την ευθύνη για οτιδήποτε συνέβαινε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Ο Μπέργκερ θεωρεί ότι αυτή η διαβεβαίωση είχε καθοριστική σημασία. Σε μία από τις δικές του έρευνες, μια συμμετέχουσα ρώτησε τον ερευνητή εάν υπήρχε πιθανότητα να αντιμετωπίσει νομικές συνέπειες για τις πράξεις της. Όταν εκείνος απάντησε ότι αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη, η γυναίκα θεώρησε ότι είχε λάβει την απαραίτητη διαβεβαίωση και συνέχισε.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται, ωστόσο, σε εργαστηριακές συνθήκες. Μπορεί να εμφανιστεί και στην καθημερινή ζωή, ακόμη και στη συμπεριφορά των ανθρώπων στο διαδίκτυο.

Έρευνες του 2023 και του 2026 έχουν συνδέσει την ανωνυμία στο διαδίκτυο με αυξημένη επιθετικότητα. Όταν κάποιος αισθάνεται ότι δεν θα χρειαστεί να λογοδοτήσει προσωπικά για τις πράξεις του, ενδέχεται να εκδηλώσει συμπεριφορές που θα απέφευγε σε μια άμεση, πρόσωπο με πρόσωπο επικοινωνία.

Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα του Μίλγκραμ αφορούσε τη φυσική απόσταση από το υποτιθέμενο θύμα. Όταν οι συμμετέχοντες βρίσκονταν στον ίδιο χώρο με τον μαθητή, το ποσοστό υπακοής μειωνόταν στο 40%. Όταν, μάλιστα, υπήρχε άμεση σωματική επαφή, το ποσοστό υποχωρούσε στο 30%.

Γιατί η σταδιακή αύξηση των απαιτήσεων οδηγεί στην υπακοή

Στο πείραμα του Μίλγκραμ, οι συμμετέχοντες δεν καλούνταν εξαρχής να προκαλέσουν τον υψηλότερο δυνατό πόνο. Η διαδικασία ξεκινούσε με χαμηλή ένταση ηλεκτρικού ρεύματος και προχωρούσε σταδιακά σε ολοένα υψηλότερα επίπεδα.

Η συγκεκριμένη τακτική συνδέεται με έναν γνωστό ψυχολογικό μηχανισμό, την τεχνική «το πόδι στην πόρτα» (foot-in-the-door). Σύμφωνα με αυτήν, όταν κάποιος αποδεχθεί αρχικά ένα μικρό αίτημα, είναι πιθανότερο να συμφωνήσει στη συνέχεια και με μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Παράλληλα, οι συμμετέχοντες βρίσκονταν σε ένα ασυνήθιστο περιβάλλον, χωρίς αρκετό χρόνο για να σκεφτούν ψύχραιμα τις επιλογές τους. Κάθε φορά που κάποιος δίσταζε, ο ερευνητής τον προέτρεπε να συνεχίσει, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε να διακόψει τη διαδικασία.

Ο Μπέργκερ εκτιμά ότι εάν οι εθελοντές είχαν στη διάθεσή τους ακόμη και δέκα λεπτά για να αξιολογήσουν όσα συνέβαιναν, περισσότεροι ενδεχομένως να επέλεγαν να αρνηθούν.

Ένα μικρό χρονικό διάστημα παύσης, επομένως, πριν από την εκτέλεση μιας αμφιλεγόμενης εντολής θα μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να επανεξετάσει την απόφασή του και να αντιληφθεί τις συνέπειές της.

Πώς μπορεί κάποιος να αντισταθεί σε μια ανήθικη εντολή

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η αντίσταση στην εξουσία δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την προσωπικότητα ή τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου.

Ο Γκζιμπ αναφέρει ότι τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας δεν αποτελούν τόσο αξιόπιστους δείκτες όσο θα περίμενε κανείς για να προβλέψουν ποιος θα υπακούσει και ποιος θα αντισταθεί. Αντίθετα, καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζουν οι κοινωνικές συνθήκες, η πίεση της στιγμής και η δυνατότητα του ατόμου να αναγνωρίσει τη δική του ευθύνη.

Μεταξύ των τρόπων που μπορούν να ενισχύσουν την ηθική αντίσταση περιλαμβάνονται η διατήρηση μιας ψυχολογικής απόστασης από το πρόσωπο που δίνει τις εντολές, η αμφισβήτηση της νομιμότητας και της ηθικής τους βάσης, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι η ευθύνη δεν μεταφέρεται αυτομάτως σε κάποιον άλλο επειδή απλώς ακολουθούνται οδηγίες.

Εξίσου σημαντική θεωρείται η δημιουργία θεσμών που θέτουν σαφή όρια στην άσκηση εξουσίας. Όπως προειδοποιεί ο Γκζιμπ, όταν ένα πρόσωπο αποκτά ανεξέλεγκτη δύναμη πάνω σε κάποιο άλλο, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος κατάχρησης.

Ο ρόλος των προτύπων συμπεριφοράς από την παιδική ηλικία

Η έρευνα της Κασπάρ δεν περιορίζεται μόνο στις εργαστηριακές συνθήκες. Η ίδια έχει μελετήσει τη συμπεριφορά δραστών, παρατηρητών και ανθρώπων που βοήθησαν να σωθούν ζωές κατά τη γενοκτονία των Τούτσι στη Ρουάντα το 1994.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας, ένας παράγοντας που φάνηκε να διαφοροποιεί όσους προστάτευσαν άλλους ανθρώπους από εκείνους που συμμετείχαν στη γενοκτονία ήταν τα θετικά πρότυπα που είχαν συναντήσει κατά την παιδική τους ηλικία.

Ειδικότερα, όσοι βοήθησαν και έσωσαν συνανθρώπους τους είχαν συχνότερα μεγαλώσει σε περιβάλλοντα όπου έβλεπαν γονείς ή συγγενείς να προσφέρουν βοήθεια σε άλλους.

Η Κασπάρ υπογραμμίζει ότι ακόμη και αν μόνο λίγοι άνθρωποι επιλέγουν να αντισταθούν σε μια ανήθικη εντολή, η παρουσία τους αποδεικνύει πως η ανυπακοή είναι δυνατή.

Οι ερευνητές, πάντως, διευκρινίζουν ότι η υπακοή στην εξουσία δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει σύνθετα ιστορικά γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα ή άλλες γενοκτονίες.

Η μαζική βία συνδέεται επίσης με διαδικασίες διαχωρισμού, διακρίσεων και απανθρωποποίησης συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων, οι οποίες συχνά προηγούνται των εγκληματικών πράξεων.

Για αυτόν τον λόγο, η Κασπάρ θεωρεί ότι η καλλιέργεια της αντίστασης πρέπει να ξεκινά πολύ πριν κάποιος βρεθεί αντιμέτωπος με μια βίαιη εντολή. Βασικό στοιχείο είναι η απόρριψη της δαιμονοποίησης κοινωνικών ομάδων και η αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης υπόστασης όλων των ανθρώπων.

«Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο»

Παρά τα υψηλά ποσοστά υπακοής που κατέγραψε ο Μίλγκραμ, υπήρξαν και συμμετέχοντες που αρνήθηκαν να συνεχίσουν τη διαδικασία.

Ένας από αυτούς ήταν ο Τζο Ντάιμοου, ο οποίος σε δοκίμιό του το 2016 προσπάθησε να εξηγήσει τι τον οδήγησε στην άρνηση. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στο οικογενειακό του περιβάλλον, όπου η αμφισβήτηση της εξουσίας ήταν αποδεκτή, αλλά και στη δική του πολιτική δραστηριότητα.

Όπως εξήγησε, δεν ήταν άνθρωπος που θα επηρεαζόταν εύκολα από το κύρος ενός επιστήμονα μόνο και μόνο επειδή φορούσε λευκή εργαστηριακή ποδιά.

Στα αρχεία του αρχικού πειράματος έχουν καταγραφεί και άλλες χαρακτηριστικές στιγμές άρνησης. Ένας εθελοντής αποφάσισε να σταματήσει, επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπος στο διπλανό δωμάτιο υπέφερε.

Μια άλλη συμμετοχή έμεινε στη μνήμη μέσα από μια απλή, αλλά χαρακτηριστική δήλωση που αποτυπώθηκε στα πρακτικά του Μίλγκραμ: «Λυπάμαι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν άνθρωπο».

Οι περιπτώσεις αυτές υπενθυμίζουν ότι, ακόμη και υπό έντονη πίεση από πρόσωπα εξουσίας, η ανθρώπινη αντίσταση παραμένει δυνατή.

0 Δείτε τα σχόλια

Όλες οι σημαντικές ειδήσεις στο alfavita.gr

Δωρεάν 4 σεμινάρια για εκπαιδευτικούς με στήριξη της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας

Επίδομα συνταξιούχων: Ποιοι θα δουν 150 ευρώ επιπλέον και ποιοι θα λάβουν 400 ευρώ για πρώτη φορά

Πέφτουν οι σοβάδες, διώκονται οι δάσκαλοι: Στο Πόρτο Ράφτη η ευθύνη βρίσκει τον εύκολο στόχο

Google Logo Μάθε πρώτος όλες τις σημαντικές ειδήσεις. Βάλε το alfavita.gr στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google
Viber Ακολουθήστε το Αlfavita στο Viber

κοινωνία