Η ανάλυση βασίστηκε σε δεδομένα της μελέτης ARIC και παρουσιάστηκε στην ετήσια συνάντηση της αμερικανικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης, σύμφωνα με το EurekAlert!. Στην έρευνα συμμετείχαν γυναίκες ηλικίας 45 έως 64 ετών, οι οποίες είχαν ήδη περάσει στην εμμηνόπαυση.
Κατά τη διάρκεια μιας μέσης περιόδου παρακολούθησης 21,4 ετών, καταγράφηκαν συνολικά 1.570 περιστατικά καρδιαγγειακών παθήσεων. Η σύγκριση με γυναίκες που είχαν εμφανίσει εμμηνόπαυση στην ηλικία των 45 ετών ή αργότερα έδειξε ότι όσες είχαν μπει στην εμμηνόπαυση πριν από τα 40 αντιμετώπιζαν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και στεφανιαίας νόσου.
Αντίθετα, δεν εντοπίστηκε αντίστοιχη σύνδεση με την εμφάνιση εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρδιακής ανεπάρκειας.
Η σύνδεση με την ινσουλίνη
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα της έρευνας αφορά τα επίπεδα της ινσουλίνης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Εταιρείας Εμμηνόπαυσης, οι γυναίκες που είχαν βιώσει πρόωρη εμμηνόπαυση παρουσίαζαν κατά 9,3% υψηλότερες τιμές ινσουλίνης. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε διαφορά στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας.
Οι ερευνητές επικεντρώνονται στην πιθανή εμπλοκή της αντίστασης στην ινσουλίνη, μιας κατάστασης κατά την οποία τα κύτταρα του οργανισμού δεν ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στη δράση της συγκεκριμένης ορμόνης.
«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη μπορεί να είναι μια σημαντική οδός που συνδέει την πρόωρη εμμηνόπαυση με τον αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων», δήλωσε ο Δρ. Zailing Xing, πρώτος συγγραφέας της μελέτης.
Όπως εξήγησε, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν πόσο σημαντική είναι η παρακολούθηση της καρδιομεταβολικής υγείας των γυναικών που εμφανίζουν εμμηνόπαυση πριν από τη συμπλήρωση των 40 ετών.
Πώς επηρεάζει ο κίνδυνος η ηλικία εμφάνισης της εμμηνόπαυσης
Στην έρευνα έγινε σαφής διάκριση ανάμεσα στην πρόωρη και την πρώιμη εμμηνόπαυση. Ως πρόωρη χαρακτηρίζεται εκείνη που εμφανίζεται πριν από τα 40 έτη, ενώ ως πρώιμη θεωρείται η εμμηνόπαυση που ξεκινά μεταξύ 40 και 44 ετών.
Για τις γυναίκες της δεύτερης κατηγορίας δεν διαπιστώθηκε αυξημένος κίνδυνος σε σχέση με τις καρδιαγγειακές εκβάσεις που εξετάστηκαν στη συγκεκριμένη ανάλυση.
Η εμμηνόπαυση που εμφανίζεται νωρίτερα από το αναμενόμενο συνεπάγεται περισσότερα χρόνια κατά τα οποία ο οργανισμός εκτίθεται σε χαμηλότερα επίπεδα οιστρογόνων. Η ορμονική αυτή μεταβολή έχει συσχετιστεί με μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία, όπως η καρδιαγγειακή νόσος και η οστεοπόρωση.
Παρότι οι συγκεκριμένες συσχετίσεις έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, οι βιολογικοί μηχανισμοί που βρίσκονται πίσω από αυτές δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την πρόληψη
Η Δρ. Stephanie Faubion, από την αμερικανική Εταιρεία Εμμηνόπαυσης, επισημαίνει ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους βιολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν τη σχέση ανάμεσα στην πρόωρη εμμηνόπαυση και τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η βαθύτερη κατανόηση αυτών των διαδικασιών θα μπορούσε να συμβάλει στον έγκαιρο εντοπισμό των γυναικών που ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Παράλληλα, ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις και εξατομικευμένες στρατηγικές πρόληψης, με στόχο τη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας σε βάθος χρόνου.