Γαλλική λέξη με ελληνική πλέον χρήση
Το "ραντεβού" αποτελεί δάνειο από τα γαλλικά και προέρχεται από την έκφραση rendez-vous.
Στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συνάντηση που έχει προγραμματιστεί εκ των προτέρων, με συγκεκριμένο χρόνο και συνήθως συγκεκριμένο τόπο. Μπορεί να αφορά δύο ή περισσότερα άτομα και να εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις της καθημερινότητας.
Έτσι, μιλάμε για ραντεβού όταν έχουμε κανονίσει να συναντήσουμε έναν φίλο, όταν έχουμε επαγγελματική συνάντηση ή όταν έχουμε προγραμματίσει επίσκεψη σε γιατρό.
Τι σημαίνει το γαλλικό "rendez-vous"
Η γαλλική έκφραση rendez-vous συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα rendre, το οποίο έχει μεταξύ άλλων τη σημασία "παραδίδω" ή "παρουσιάζομαι", και την αντωνυμία vous, δηλαδή "εσείς".
Η αρχική έννοια της έκφρασης παραπέμπει στην παρουσία κάποιου σε έναν προκαθορισμένο τόπο και χρόνο. Με την πάροδο του χρόνου, η χρήση της συνδέθηκε με την έννοια της συμφωνημένης συνάντησης.
Πώς πέρασε στα ελληνικά
Όταν η λέξη εντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα, διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό η αρχική της μορφή, προσαρμοσμένη όμως στην ελληνική προφορά και γραμματική.
Με αυτόν τον τρόπο, το γαλλικό rendez-vous μετατράπηκε στο ελληνικό "ραντεβού", έναν τύπο που χρησιμοποιούμε πλέον χωρίς να τον αντιμετωπίζουμε ως ξένο ή ασυνήθιστο.
Η λέξη έχει ενσωματωθεί τόσο πολύ στην καθημερινή ομιλία, ώστε χρησιμοποιείται αυθόρμητα σε πληθώρα περιστάσεων: από ένα απλό "έχω ραντεβού" μέχρι το "κλείνω ραντεβού στον γιατρό" ή "έχουμε επαγγελματικό ραντεβού".
Γιατί δεν λέμε απλώς "συνάντηση";
Στα ελληνικά υπάρχουν φυσικά λέξεις που μπορούν να αποδώσουν μέρος της ίδιας έννοιας, όπως "συνάντηση", "συνεννόηση" ή "συμφωνημένη ώρα".
Ωστόσο, το "ραντεβού" έχει αποκτήσει τη δική του ιδιαίτερη θέση στη γλώσσα. Συχνά δηλώνει όχι απλώς ότι δύο άνθρωποι θα συναντηθούν, αλλά ότι η συνάντηση έχει προγραμματιστεί συγκεκριμένα και έχει συμφωνηθεί από πριν.
Η μακρόχρονη χρήση της έχει κάνει τη λέξη πλήρως οικεία στους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής. Πρόκειται, επομένως, για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ξένης λέξης που πέρασε στην ελληνική, προσαρμόστηκε στη γλώσσα και τελικά έγινε αναπόσπαστο μέρος του καθημερινού λεξιλογίου.