Αν και τα 40 έτη ασφάλισης θεωρούνται ο βασικός άξονας για την πλήρη αξιοποίηση των βελτιωμένων ποσοστών αναπλήρωσης, η επιλογή της μειωμένης σύνταξης στα 62 έτη μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει μια ιδιαίτερα ορθολογική και συμφέρουσα οικονομική απόφαση.
Σύμφωνα με ανάλυση του εργατολόγου Γιώργου Κουτσούκου, η έξοδος με μειωμένη σύνταξη προστατεύει τον ασφαλισμένο από την παρατεταμένη ανεργία ή την επαγγελματική εξάντληση, διασφαλίζοντας παράλληλα καλύτερη ποιότητα ζωής σε νεότερη ηλικία. Επιπλέον, το μέτρο αυτό προσφέρει τη δυνατότητα νόμιμης παράλληλης εργασίας, ενώ η πραγματική οικονομική επιβάρυνση είναι πολύ μικρότερη από την αρχική εντύπωση που δημιουργεί ο όρος «μειωμένη».
Ο βασικός λόγος για τον οποίο η τελική «ποινή» αποδεικνύεται ηπιότερη έγκειται στο γεγονός ότι η μείωση 30% επιβάλλεται αποκλειστικά στο ποσό της Εθνικής Σύνταξης, αφήνοντας την Ανταποδοτική Σύνταξη εντελώς ανέπαφη. Αυτό σημαίνει ότι η σταθερή μηνιαία διαφορά μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης ανέρχεται πάντα στο ποσό των 134,06 ευρώ, ανεξάρτητα από το ύψος του συντάξιμου μισθού.
Έτσι, η πραγματική ποσοστιαία μείωση επί του τελικού εισπραττόμενου ποσού κυμαίνεται συχνά σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, ξεκινώντας από μόλις 8,5% για υψηλόμισθους με πολλά έτη ασφάλισης και φτάνοντας έως το 19,8% για χαμηλότερες κατηγορίες.
Το πλέον καθοριστικό στοιχείο υπέρ της πρόωρης συνταξιοδότησης είναι το άμεσο ταμειακό όφελος της 5ετίας (ηλικίες 62-67), κατά την οποία ο συνταξιούχος εισπράττει δεκάδες χιλιάδες ευρώ σε ρευστότητα πριν καν ο συνομήλικός του αρχίσει να λαμβάνει την πλήρη σύνταξη. Όπως αποδεικνύουν τα αριθμητικά παραδείγματα, το συνολικό αυτό κέρδος μπορεί να κυμανθεί από 32.417 ευρώ έως και πάνω από 86.000 ευρώ, καθιστώντας τον χρόνο απόσβεσης ιδιαίτερα μακροπρόθεσμο.
Σε πολλές περιπτώσεις, ένας ασφαλισμένος που επιλέγει να περιμένει την πλήρη σύνταξη στα 67 θα πρέπει να ζήσει και να πληρώνεται για 20 έως και πάνω από 50 χρόνια μετά τα 67 προκειμένου να υπερκαλύψει τα χρήματα που «έχασε» κατά την πενταετία της αναμονής.