Η λέξη αποτελείται από δύο αρχαιοελληνικά στοιχεία. Το πρώτο συνθετικό προέρχεται από τη λέξη "ωκύς", που σημαίνει "γρήγορος", "ταχύς" ή "άμεσος". Το δεύτερο μέρος, "-πτερος", συνδέεται με τη λέξη "πτερόν", δηλαδή το φτερό.
Έτσι, η κυριολεκτική σημασία της λέξης αποδίδει την εικόνα κάποιου που κινείται γοργά στον αέρα, με ταχύτητα και ευκινησία.
Ως συνώνυμη απόδοση της λέξης χρησιμοποιείται ο όρος "γοργόφτερος", μια λέξη που μεταφέρει το ίδιο νόημα και δημιουργεί την εικόνα ενός πλάσματος με γρήγορη πτήση.