Η αφαίρεση του διπλώματος δεν σημαίνει πλέον σε όλες τις περιπτώσεις ότι ο οδηγός, μόλις περάσει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, μπορεί απλώς να το παραλάβει και να επιστρέψει στον δρόμο.
Ο νέος ΚΟΚ προβλέπει για συγκεκριμένες σοβαρές παραβάσεις και περιπτώσεις υποτροπής υποχρεωτική επανεκπαίδευση και επανεξέταση. Ο οδηγός, δηλαδή, πρέπει να περάσει ξανά τόσο από θεωρητική εξέταση όσο και από πρακτική δοκιμασία οδήγησης πριν του επιστραφεί η άδεια.
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά το περιστατικό με 90χρονο οδηγό που εντοπίστηκε να κινείται στο αντίθετο ρεύμα της Αττικής Οδού, με την άδεια οδήγησής του να έχει λήξει από το 2018.
Ωστόσο, χρειάζεται μια σημαντική διάκριση: άλλο ληγμένο δίπλωμα και άλλο υποχρεωτική επανεξέταση εξαιτίας σοβαρής παράβασης ή υποτροπής.
Πότε δεν επιστρέφεται απλώς το δίπλωμα
Το άρθρο 110 του νέου ΚΟΚ θεσπίζει αυστηρότερο πλαίσιο για οδηγούς που επαναλαμβάνουν σοβαρές παραβάσεις.
Εφόσον ένας οδηγός διαπράξει για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια μία από τις προβλεπόμενες σοβαρές παραβάσεις, μετά την ολοκλήρωση της περιόδου αφαίρεσης της άδειας δεν αρκεί η απλή επιστροφή του διπλώματος.
Πρέπει προηγουμένως να έχει εξοφλήσει τα διοικητικά πρόστιμα και να περάσει από τη διαδικασία εκπαίδευσης και επανεξέτασης.
Στις παραβάσεις που ενεργοποιούν το αυστηρό αυτό καθεστώς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, η παραβίαση STOP και κόκκινου σηματοδότη, η παράνομη αναστροφή, η χρήση κινητού τηλεφώνου, η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας κατά τουλάχιστον 50 χλμ./ώρα, η κίνηση στη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης, η μη χρήση ζώνης ή κράνους και η στάθμευση σε ράμπες ή θέσεις ΑμεΑ.
Ιδιαίτερα αυστηρή είναι η αντιμετώπιση των αυτοσχέδιων αγώνων, της επίδειξης οδηγικής ικανότητας και της κίνησης με ταχύτητα άνω των 200 χλμ./ώρα.
Οι ποινές στη δεύτερη παράβαση
Για δεύτερη σοβαρή παράβαση μέσα σε πέντε χρόνια προβλέπεται, στις βασικές περιπτώσεις, πρόστιμο 1.000 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για 180 ημέρες.
Για αυτοσχέδιους αγώνες, επίδειξη και ταχύτητα άνω των 200 χλμ./ώρα, το πρόστιμο μπορεί να φτάσει τα 4.000 ευρώ, ενώ η άδεια αφαιρείται για δύο χρόνια.
Ακόμη βαρύτερες κυρώσεις προβλέπονται όταν η παράβαση συνδέεται με τροχαίο ή ιδιαίτερα επικίνδυνη συμπεριφορά.
Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται περιπτώσεις όπως σοβαρή παραβίαση κόκκινου ή STOP που προκαλεί τροχαίο, παραβάσεις σε σιδηροδρομικές διαβάσεις, βαριά μέθη, χρήση ουσιών και εγκατάλειψη τροχαίου.
Για δεύτερη τέτοια παράβαση το πρόστιμο μπορεί να φτάσει τα 2.000 ευρώ και η αφαίρεση της άδειας τα τέσσερα χρόνια. Σε βαριά μέθη, χρήση ουσιών ή εγκατάλειψη τροχαίου, η περίοδος αφαίρεσης μπορεί να ανέλθει ακόμη και στα επτά χρόνια.
Στην τρίτη υποτροπή οι ποινές εκτοξεύονται
Ακόμη αυστηρότερο είναι το καθεστώς για την τρίτη επανάληψη σοβαρής παράβασης.
Για τις βαρύτερες περιπτώσεις προβλέπεται πρόστιμο έως 4.000 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για οκτώ χρόνια, ενώ σε βαριά μέθη ή οδήγηση υπό την επήρεια ουσιών μπορεί να φτάσει τα δέκα χρόνια.
Για νέα εγκατάλειψη τροχαίου προβλέπεται ακόμη και διά βίου αφαίρεση της άδειας οδήγησης.
Εάν περάσουν πέντε χρόνια χωρίς επανάληψη της ίδιας παράβασης, η επόμενη καταγράφεται εκ νέου ως πρώτη.
Τι πρέπει να κάνει ο οδηγός για να πάρει ξανά το δίπλωμα
Μετά τη λήξη της περιόδου αφαίρεσης, ο οδηγός δεν αποκτά αυτομάτως ξανά το δικαίωμα οδήγησης.
Η αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών τον παραπέμπει σε:
θεωρητική εξέταση και πρακτική δοκιμασία προσόντων και συμπεριφοράς.
Μόνο εφόσον επιτύχει και στα δύο στάδια μπορεί να του επαναχορηγηθεί η άδεια.
Και το point system μπορεί να οδηγήσει σε νέες εξετάσεις
Επανεξέταση προβλέπεται και μέσω του Συστήματος Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών, του γνωστού point system.
Όταν ο οδηγός φτάσει τους 15 βαθμούς λαμβάνει προειδοποίηση, ενώ στους 25 βαθμούς αφαιρείται η άδεια οδήγησης.
Δικαίωμα επανεξέτασης αποκτά μετά την πάροδο τουλάχιστον έξι μηνών και πρέπει να περάσει ξανά από θεωρητική και πρακτική εξέταση.
Τι ισχύει για ληγμένα διπλώματα και οδηγούς άνω των 65 ετών
Η λήξη μιας άδειας οδήγησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως επανεξέταση.
Ο κάτοχος μπορεί να προχωρήσει στην ανανέωσή της, ακόμη και μετά την ημερομηνία λήξης, δεν επιτρέπεται όμως να οδηγεί μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Μετά τα 65 έτη, η άδεια ανανεώνεται κατά κανόνα ανά τριετία, ενώ μετά τα 80 έτη η διάρκεια της ανανέωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο χρόνια. Απαιτείται η προβλεπόμενη ιατρική αξιολόγηση, όχι όμως υποχρεωτικά νέα εξέταση οδήγησης.
Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική εξαίρεση.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες μπορούν να διατάξουν επανεξέταση οποιουδήποτε οδηγού, ανεξάρτητα από την ηλικία του, εάν προκύπτουν σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητά του να οδηγεί με ασφάλεια. Μπορεί επίσης να ζητηθεί ειδική ιατρική αξιολόγηση όταν υπάρχουν αμφιβολίες για τη σωματική ή πνευματική του κατάσταση.
Σε τέτοιες περιπτώσεις το δίπλωμα αφαιρείται μέχρι να κριθεί ο οδηγός κατάλληλος.
Το βασικό μήνυμα του νέου πλαισίου είναι σαφές: σε σοβαρές και επαναλαμβανόμενες παραβάσεις η επιστροφή του διπλώματος παύει να είναι μια τυπική διαδικασία. Ο οδηγός πρέπει να αποδείξει ξανά ότι διαθέτει τις γνώσεις και την ικανότητα να επιστρέψει με ασφάλεια στον δρόμο.