Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την κατάσταση της δημόσιας υγείας στην Ελλάδα αποτυπώνει η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, η οποία κατατάσσει τη χώρα ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη με το μεγαλύτερο φορτίο καρκίνου και τις σημαντικότερες αδυναμίες στην πρόληψη και τη διαχείριση των ασθενών.
Η μελέτη εξετάζει τα μη μεταδοτικά νοσήματα, όπως ο καρκίνος, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, τα χρόνια αναπνευστικά προβλήματα και ο διαβήτης τύπου 2, καταλήγοντας σε ένα σαφές συμπέρασμα: η υψηλή θνησιμότητα από καρκίνο στην Ελλάδα δεν αποτελεί αναπόφευκτη εξέλιξη, αλλά συνδέεται άμεσα με τον τρόπο ζωής, τους περιβαλλοντικούς κινδύνους και τις χρόνιες αδυναμίες του συστήματος υγείας.
Στην «κόκκινη ζώνη» της Ευρώπης
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα ανήκει σε μια ομάδα χωρών που εμφανίζουν υψηλό φορτίο νοσηρότητας και χαμηλές επιδόσεις στην πρόληψη. Μαζί με την Τσεχία, την Πολωνία και τη Ρουμανία, κατατάσσεται σε μια κατηγορία όπου οι πολιτικές δημόσιας υγείας δυσκολεύονται να περιορίσουν τους βασικούς παράγοντες κινδύνου.
Την ώρα που αρκετές χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης καταγράφουν βελτιωμένα ποσοστά επιβίωσης και αποτελεσματικότερα συστήματα πρόληψης, η Ελλάδα συνεχίζει να παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να έρχονται συχνά αντιμέτωποι με καθυστερημένες διαγνώσεις και περιορισμένες δυνατότητες έγκαιρης παρέμβασης.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της έκθεσης αφορά το λεγόμενο «φορτίο καρκίνου», δηλαδή τα χρόνια ζωής που χάνονται λόγω πρόωρου θανάτου ή αναπηρίας.
Στην Ελλάδα ο σχετικός δείκτης φτάνει τις 6.748 μονάδες ανά 100.000 κατοίκους, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει ότι ο καρκίνος αφαιρεί περισσότερα παραγωγικά χρόνια ζωής από τους Έλληνες σε σχέση με τους περισσότερους Ευρωπαίους πολίτες.
Παράλληλα, η πιθανότητα ενός ατόμου ηλικίας 30 έως 70 ετών να χάσει πρόωρα τη ζωή του από καρκίνο ή άλλο σοβαρό μη μεταδοτικό νόσημα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή.
Το lifestyle στο επίκεντρο του προβλήματος
Η έκθεση επισημαίνει ότι σχεδόν το 45% του συνολικού ογκολογικού φορτίου στη χώρα συνδέεται με παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν.
Με απλά λόγια, σχεδόν οι μισές περιπτώσεις καρκίνου σχετίζονται με συνήθειες και επιλογές της καθημερινότητας.
Το κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους, καθώς σχεδόν τρεις στους δέκα ενήλικες δηλώνουν χρήστες καπνικών προϊόντων. Την ίδια στιγμή, η παχυσαρκία εμφανίζει ανησυχητική εξάπλωση, με τα ποσοστά να ξεπερνούν σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην εξίσωση προστίθεται και η έλλειψη σωματικής άσκησης. Τέσσερις στους δέκα ενήλικες δεν ασκούνται επαρκώς, ενώ η ατμοσφαιρική ρύπανση σε αρκετές περιοχές της χώρας επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους δείκτες υγείας.
Οι ειδικοί του ΟΟΣΑ εντοπίζουν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στην πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη.
Παρά τη σημασία των προληπτικών εξετάσεων, η συμμετοχή του πληθυσμού σε οργανωμένα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου παραμένει περιορισμένη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετές μορφές καρκίνου να διαγιγνώσκονται σε προχωρημένα στάδια, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι πιο δύσκολες και τα ποσοστά επιβίωσης χαμηλότερα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον εμβολιασμό κατά του HPV, ο οποίος μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην πρόληψη ορισμένων μορφών καρκίνου. Ωστόσο, η κάλυψη και η συστηματική παρακολούθηση του πληθυσμού εξακολουθούν να παρουσιάζουν κενά.
Το σύστημα υγείας δεν ανταποκρίνεται όσο θα έπρεπε
Η έκθεση δεν περιορίζεται μόνο στους παράγοντες κινδύνου, αλλά εστιάζει και στις επιδόσεις του ίδιου του συστήματος υγείας.
Η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερους δείκτες επιβίωσης για βασικές μορφές καρκίνου σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι ειδικοί αποδίδουν το φαινόμενο στις καθυστερήσεις στη διάγνωση, στις λίστες αναμονής, στις ανισότητες πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας και στη δυσκολία πολλών ασθενών να φτάσουν έγκαιρα σε εξειδικευμένες θεραπείες.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση της πρόληψης παραμένει περιορισμένη, με μόλις ένα μικρό μέρος των συνολικών δαπανών υγείας να κατευθύνεται σε δράσεις που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την εμφάνιση σοβαρών νοσημάτων.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η δημογραφική εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο γηρασμένες κοινωνίες της Ευρώπης, με ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών να βρίσκεται άνω των 65 ετών.
Καθώς η ηλικία αποτελεί βασικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου και άλλων χρόνιων νοσημάτων, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις η πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας θα αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
Τι προτείνει ο ΟΟΣΑ
Ο διεθνής οργανισμός τονίζει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική με τρεις βασικούς άξονες:
- Ενίσχυση της πρόληψης και της ενημέρωσης των πολιτών.
- Δημιουργία συνθηκών που ευνοούν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής.
- Αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και ταχύτερη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.
Η αυστηρότερη εφαρμογή των αντικαπνιστικών μέτρων, η καταπολέμηση της παχυσαρκίας, η ενίσχυση των προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου και η καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων θεωρούνται καθοριστικά βήματα για την αντιστροφή της σημερινής εικόνας.
Το μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η μάχη κατά του καρκίνου δεν κρίνεται μόνο στα νοσοκομεία, αλλά κυρίως στην πρόληψη. Και εκεί, η Ελλάδα καλείται να καλύψει σημαντικό έδαφος τα επόμενα χρόνια.