Η συμβατική εικόνα της εξελικτικής πορείας του ανθρώπινου είδους επαναπροσδιορίζεται ριζικά. Επιστημονική ομάδα υπό την καθοδήγηση του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Μπέρκλι έφερε στο φως ενδείξεις ότι οι πρόγονοί μας δεν διασταυρώθηκαν μόνο με τους Νεάντερταλ και τους Ντενίσοβαν, αλλά ήρθαν σε επαφή και με δύο άγνωστες έως τώρα ανθρώπινες ομάδες, τις οποίες οι ερευνητές αποκαλούν ως πληθυσμούς «φαντάσματα».
Οι συγκεκριμένες ομάδες τοποθετούνται γεωγραφικά στην Αφρική (πάνω από 50.000 χρόνια στο παρελθόν) αλλά και στην Ευρασία (πάνω από 1,7 εκατομμύρια χρόνια στο παρελθόν). Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της μελέτης Γιούλιν Ζανγκ, η αποκωδικοποίηση των γονιδιωμάτων των Νεάντερταλ και των Ντενίσοβαν είχε ήδη αποδείξει ότι οι σημερινοί μη αφρικανικοί πληθυσμοί φέρουν 1% έως 2% καταγωγή από Νεάντερταλ, ενώ οι πληθυσμοί της Ασίας και της Ωκεανίας διαθέτουν 0,1% έως 5% γενετικό υλικό από Ντενίσοβαν. Αυτή η κληρονομιά επηρεάζει καθοριστικά χαρακτηριστικά όπως το χρώμα του δέρματος, την προσαρμογή σε μεγάλα υψόμετρα και την ανοσιακή απόκριση. Ωστόσο, το γεγονός ότι διαθέτουμε μόλις έξι πλήρη γονιδιώματα αρχαϊκών ανθρώπων (τέσσερα Νεάντερταλ και δύο Ντενίσοβαν, όλα ευρασιατικής προέλευσης) καθιστούσε τις γνώσεις για τις βαθύτερες χρονικές περιόδους σε άλλες ηπείρους εξαιρετικά ελλιπείς.
Ποια η μέθοδος που «έφερε στο φως» τα στοιχεία
Για να υπερβούν τον περιορισμό της σπανιότητας των απολιθωμάτων, οι επιστήμονες σχεδίασαν και εφάρμοσαν μια πρωτοποριακή υπολογιστική μέθοδο με την ονομασία TRACE (TRacking Archaic Contributions via ARG Estimation). Η συγκεκριμένη τεχνική δεν απαιτεί την εξόρυξη αρχαίου DNA, αλλά ανακατασκευάζει τις εξελικτικές σχέσεις αναλύοντας τα «κρυμμένα» γενετικά αποτυπώματα στα γονιδιώματα εκατοντάδων σύγχρονων ανθρώπων.
Χάρη στο εργαλείο TRACE, ταυτοποιήθηκε η πρώτη «φαντασματική» γενεαλογική γραμμή, η οποία αλληλεπέδρασε με τους ανατομικά σύγχρονους Homo sapiens στην αφρικανική ήπειρο πριν από περισσότερα από 50.000 χρόνια, δηλαδή πριν από τη μεγάλη έξοδο προς την Ευρώπη και την Ασία. Η ομάδα αυτή είχε αποσχιστεί από το κύριο ανθρώπινο δέντρο πριν από περίπου 800.000 χρόνια, την ίδια περίπου εποχή που διαχωρίστηκαν οι Νεάντερταλ και οι Ντενίσοβαν. Η ανάλυση του Ζανγκ απέδειξε ότι το DNA αυτής της ομάδας αντιστοιχεί στο 0,5% έως 1% του γονιδιώματος κάθε σύγχρονου ανθρώπου στον πλανήτη, διαψεύδοντας παλαιότερες υποθέσεις που περιόριζαν την παρουσία του μόνο στους πληθυσμούς της Αφρικής.
Η δεύτερη γενεαλογική γραμμή που αποκαλύφθηκε θεωρείται «υπεραρχαϊκή», καθώς η αρχή της τοποθετείται πριν από περίπου 1,8 εκατομμύρια χρόνια. Η συγκεκριμένη ομάδα δεν ήρθε σε άμεση επαφή με τον Homo sapiens, μα διασταυρώθηκε αρχικά με τους Ντενίσοβαν στην Ευρασία.
Όταν, μεταγενέστερα οι Ντενίσοβαν ήρθαν σε επαφή με τους Homo sapiens, τμήματα αυτού του αρχέγονου DNA μεταφέρθηκαν στους σύγχρονους ανθρώπους. Σήμερα, τα ίχνη της εντοπίζονται εντονότερα στους πληθυσμούς της Ωκεανίας, οι οποίοι φέρουν και τα υψηλότερα ποσοστά καταγωγής από τους Ντενίσοβαν. Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, Δρ. Άρτζουν Μπιντάντα, χαρακτήρισε το εύρημα συναρπαστικό, καθώς αποδεικνύει γενετική συνεισφορά από ανθρώπους που έζησαν πριν από περισσότερο από ένα εκατομμύριο χρόνια, χωρίς να διαθέτουμε καν αλληλουχημένο DNA από αυτούς.
Η εξελικτική σημασία και το μέλλον στην ανθρωπολογία
Οι δύο νεοανακαλυφθείσες γενεαλογικές γραμμές συνθέτουν συνολικά περίπου το 2% του γονιδιώματος του σύγχρονου ανθρώπου. Η κατανομή αυτών των γονιδιακών τμημάτων δεν είναι τυχαία, καθώς εντοπίζονται σε περιοχές που ρυθμίζουν:
- Το ανοσοποιητικό σύστημα
- Τον μεταβολισμό
Όπως εξηγεί η Δρ. Πρίγια Μουρτζάνι από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλι, η προσαρμογή σε άγνωστους παθογόνους οργανισμούς και νέες πηγές τροφής αποτελούσε μία από τις ισχυρότερες εξελικτικές πιέσεις. Η επιμιξία με άλλες ανθρώπινες ομάδες τροφοδότησε τη φυσική επιλογή με νέα γενετική ποικιλότητα, επιτρέποντας τη διατήρηση και εξάπλωση των ωφέλιμων χαρακτηριστικών στις επόμενες γενιές.
Η επιστημονική κοινότητα ευελπιστεί ότι η διεύρυνση των παγκόσμιων βάσεων δεδομένων με πιο ποικίλους πληθυσμούς θα αποκαλύψει ακόμη πιο αμυδρά ίχνη άλλων «αόρατων» προγόνων. Παράλληλα, η πιθανή ανακάλυψη επιπλέον γονιδιωμάτων Ντενίσοβαν, σε συνδυασμό με την εξαγωγή πρωτεϊνικών αλληλουχιών από απολιθώματα του Homo erectus, ενδέχεται να ταυτοποιήσει με ακρίβεια τον μυστηριώδη υπεραρχαϊκό πρόγονο.
Η Δρ. Μουρτζάνι κατέληξε τονίζοντας ότι οι νέες υπολογιστικές μέθοδοι ανακατασκευής γενεαλογικών σχέσεων αποτελούν το επόμενο μεγάλο βήμα στην ανθρωπολογία, καθώς επιτρέπουν την αποκάλυψη κρυμμένων κεφαλαίων της ανθρώπινης ιστορίας χωρίς την προϋπόθεση εύρεσης φυσικού αρχαίου DNA.