Αυτή η λέξη αναφέρεται στην τάση ή τη θεωρία που επισημαίνει την αξία της προληπτικής δράσης ή της πρόληψης, συνήθως σε κοινωνικά, πολιτικά ή ιατρικά ζητήματα.
Αντιπροσωπεύει μια προσέγγιση που προτιμά να αναλαμβάνει κάποιος δράση προτού παρουσιαστεί πρόβλημα, με στόχο την αποφυγή του.
Ετυμολογία:
Η λέξη προληπτικισμός προέρχεται από την ελληνική λέξη "προληπτικός", που σημαίνει αυτός που προλαμβάνει ή αποτρέπει κάτι, και το επίθημα "-ισμός", το οποίο χρησιμοποιείται για να σχηματίσει ουσιαστικά που δηλώνουν μια συγκεκριμένη θεωρία ή στάση. Έτσι, "προληπτικισμός" αναφέρεται στη θεωρία ή τη στάση που επικεντρώνεται στην πρόληψη και την αποφυγή κινδύνων πριν αυτοί εκδηλωθούν.
Παράδειγμα:
«Ο προληπτικισμός στον τομέα της δημόσιας υγείας έχει φέρει σημαντικές βελτιώσεις στην αποτροπή ασθενειών, καθώς επικεντρώνεται στην έγκαιρη διάγνωση και πρόληψη, αντί να περιμένει την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων».