Γιατί βλέπουν τσόντες οι νέοι;
Του Νίκου Σαραντάκου

Για άλλη μια φορά, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν θα ασχοληθώ σχεδόν καθόλου με την πορνογραφία και αν έχει διάδοση (που θα έχει, κυρίως η διαδικτυακή) στους νέους. Το θέμα του άρθρου είναι καθαρά γλωσσικό: λεξικογραφικό και ετυμολογικό, ειδικότερα.

Τσόντα λέμε την πορνοταινία. Σύμφωνα με το Πιπέρι στο στόμα, το καλό αυτό βιβλίο που διερευνά τις λέξεις ταμπού της ελληνικής οι πορνογραφικές ταινίες, με σύντμηση πορνό, έχουν «δυσφημιστικό ισοδύναμο, ιδιαίτερα διαδεδομένο» το ουσιαστικό τσόντες.

Δυσφημιστικό λέγεται επειδή σε ορισμένα επίπεδα ύφους ή περιβάλλοντα συζήτησης δεν θα πει κανείς «τσόντα» αλλά «πορνό» ή πορνοταινία ή πορνογράφημα ή «αυστηρώς ακατάλληλον» ή «άσεμνη ταινία» κτλ.  Ωστόσο, ο όρος ειναι πράγματι εξαιρετικά διαδεδομένος -και στις μέρες μας.

Θα μου πείτε ότι κομίζω γλαύκα εις Αθήνας, αλλά για λόγους τάξεως το κουκουβαγιέλι χρειάζεται. Η πρώτη σημασία της λέξης «τσόντα», σύμφωνα με τα λεξικά, είναι: μικρό κομμάτι από ύφασμα, που το ράβουν μαζί με άλλο όμοιο για να το συμπληρώσουν: Έβαλε μια τσόντα στη φούστα για να τη μακρύνει. Ο ορισμός είναι αυτός από το ΛΚΝ. Ο Μπαμπινιώτης αναφέρει ότι πρόκειται για «πρόσθετο» κομμάτι υφάσματος, μια λέξη σημαντική.

Από τα υφάσματα, ο όρος επεκτάθηκε σε οτιδήποτε λειτουργεί ως προσθήκη ή συμπλήρωμα σε κάτι άλλο -και ειδικότερα στο συμπληρωματικό χρηματικό ποσό. Το ΛΚΝ δίνει τη φράση Έχω κάτι ψιλά, βάλε κι εσύ μια τσόντα να πάμε σινεμά, αν και συνηθέστερο είναι θαρρώ σε ανάλογες καταστάσεις να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα, τσοντάρω: τσόνταρε κι εσύ… Τώρα με την κρίση έχει γραφτεί επανειλημμένα ότι οι συνταξιούχοι τσοντάρουν στον προϋπολογισμό των παιδιών τους.

Τον παλιό καιρό, λοιπόν, που η προβολή πορνογραφικών ταινιών γνώριζε περιορισμούς, συνηθιζόταν σε ορισμένους κινηματογράφους να παρεμβάλλονται σύντομα πορνογραφικά αποσπάσματα σε «κανονικές» ταινίες, που είχαν πάρει άδεια προβολής. Αυτά τα ολιγόλεπτα αποσπάσματα ονομάστηκαν, πολύ λογικά, τσόντες.

Βέβαια, είναι ενδεχομένως κάπως παραπλανητικό αυτό που λέει ο Μπαμπινιώτης ότι τσόντα είναι «η εμβόλιμη σκηνή πορνό που παρεμβάλλεται κατα την προβολή ταινίας με διαφορετικό θέμα» -ασφαλώς η παρεμβολή δεν γινόταν σε ταινίες της Βουγιουκλάκη ή του Χοντρού και του Λιγνού!

Γινόταν σε ερωτική ταινία ή ίσως σε έργο καράτε, και πάντως ήταν γνωστοί οι κινηματογράφοι που επιδιδονταν σε αυτή την πρακτική και οι θεατές δεν αιφνιδιάζονταν από την παρεμβολή των άσχετων αποσπασμάτων -τύχαινε μάλιστα κάποτε ο μηχανικός ήχου να έχει αντιληφθεί παρουσία ύποπτων ανάμεσα στους θεατές, οπότε πρόβαλλε καθαρές κόπιες και το φιλοθεάμον κοινό φώναζε «ρίξε τσόντα!» αφού γι’ αυτό είχε πάει.

Γρήγορα η έννοια επεκτάθηκε και τσόντα δεν ήταν πια η εμβόλιμη πορνογραφική σκηνή αλλά η πορνοταινία κανονικής διάρκειας και η λέξη έδωσε και σύνθετα και παράγωγα όπως το τσοντάδικο, τον κινηματογράφο δηλαδή που προβάλλει συστηματικά τέτοιες πορνοταινίες ή τον τσοντόβιο, τον φανατικό τέτοιων ταινιών -το slang.gr έχει καμιά δεκαριά σχετικά λήμματα.

Το Χρηστικό Λεξικό, που είναι το νεότερο από τα μεγάλα λεξικά μας, σωστά δίνει πρώτη σημασία του λήμματος «τσόντα» την πορνοταινία και δεύτερη την εμβόλιμη σκηνή πορνό, σημειώνοντας επίσης σωστά ότι αυτή η σημασία είναι «παλαιότ.(ερη)», ίσως μάλιστα θα ταίριαζε να χαρακτηριστεί και «παρωχημένη» αφού η πρακτική (των εμβόλιμων τολμηρών σκηνών) πρέπει να έχει εκλείψει προ πολλού.

Ετυμολογικά, η τσόντα είναι δάνειο από το βενετικό zonta «προσθήκη», που αντιστοιχεί στο ιταλ. giunta και ανάγεται στο λατινικό ρήμα jungere (συνδέω κτλ.) Από το ιδιο ρήμα προέρχεται, έχοντας περάσει από διαφορετικά κύματα, η λέξη «χούντα», μέσω του ισπανικού junta που θα πει «ένωση, σύνδεσμος ατόμων», οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τσόντα και η χούντα είναι ετυμολογικά ξαδέρφια κι επομένως η φράση «τόση τσόντα είχαμε να δούμε από τη χούντα» έχει μια κάποια… ετυμολογική δικαίωση!

Παρόλο όμως που η πρακτική της παρεμβολής ολιγόλεπτων τολμηρών αποσπασμάτων έχει προ πολλου εκλείψει, η ονομασία «τσόντα» παραμένει ζωντανή, και τη χρησιμοποιούν και οι σημερινοί έφηβοι ή νέοι, που δεν έχουν γνωρίσει ούτε τσόντες με την κυριολεκτική σημασία, ούτε τσοντάδικα-κινηματογράφους ούτε βιντεοκασέτες -άλλη μια απόδειξη του συντηρητισμού της γλώσσας.

Συντηρητισμός ή μάλλον αδράνεια υπάρχει και στα λεξικά, αφού ο Μπαμπινιώτης δίνει στο σχετικό λήμμα τον ορισμό «κάθε ταινία πορνό ή κασέτα βίντεο με τολμηρό περιεχόμενο». Σπάνια θα βρεθεί πια κασέτα βίντεο -ντιβιντί το πολύ.

Η παλαιοτερη ερωτική τολμηρή ταινία έχει σχεδόν την ηλικία του κινηματογράφου, αφού προβλήθηκε τον Νοέμβριο του 1896. Λέγεται Le Coucher de la Mariée και δείχνει ένα ζευγάρι νιόπαντρο, που η νύφη γδύνεται πίσω από το παραβάν ενώ ο γαμπρός αδημονεί και προσπαθεί να τη δει κλεφτά. Ίσως στη συνέχεια να μην περιορίζονταν στο στριπτίζ, αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ διότι η ταινία ήρθε στην επιφάνεια εξαιρετικά φθαρμένη και από τα 7 λεπτά της διάρκειάς της μπορούμε να δούμε μόνο τα δύο πρώτα λεπτά.

Οι ολιγόλεπτες τσόντες έδωσαν τη θέση τους σε ταινίες μεγάλου (όχι και πολύ) μήκους, με μια συνήθως (αλλά όχι πάντα) υποτυπώδη υπόθεση αν και τα τελευταία χρόνια η διαδοση μέσω Διαδικτύου ευνοεί περισσότερο τα συντομότερα στιγμιότυπα -κι έτσι γυρίσαμε, κατά καποιο τρόπο, στις αρχές και ο όρος «τσόντα» καλά κρατεί.

 

sarantakos.wordpress.com

 

 

best of network

σχετικά άρθρα

Τα παιδιά παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη στην ηλικία των οκτώ έως εννέα ετών
Τα παιδιά παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη στην ηλικία των οκτώ έως εννέα ετών
Πολλά παιδιά «ψυλλιάζονται» ότι κάτι δεν πάει καλά με την όλη ιστορία, όταν οι γονείς τους «τα μασάνε» στις επίμονες ερωτήσεις τους για τον 'Αγιο...
Τα παιδιά παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη στην ηλικία των οκτώ έως εννέα ετών