Συνεχίζουμε τη σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Η ελληνική άλλαξε το λεξιλόγιό της όχι μόνο στα σαλόνια αλλά και στα στρατόπεδα. Πολλές λέξεις της καθομιλουμένης γεννήθηκαν σε επαγγελματικά ή τεχνικά περιβάλλοντα — στον στρατό, στο εμπόριο, στη ναυτιλία — όπου η ανάγκη για γρήγορη και σαφή διάκριση παράγει συντομεύσεις. Οι συντομεύσεις αυτές μένουν στην αρχή περιθωριακές, αργότερα γίνονται οικείες, και κάποια στιγμή εκτοπίζουν την επίσημη λέξη. Ο απόγονος τότε κληρονομεί έναν χαρακτηρισμό που κανείς πια δεν αναγνωρίζει.
ἵππος: η επίσημη λέξη
Οι αρχαίοι έλεγαν ἵππος. Η λέξη επιβιώνει άθικτη στα λόγια σύνθετα — ιππικό, ιπποδρόμιο, ιππότης, ιππόκαμπος, ίππος ως μονάδα ισχύος — αλλά έχει εξαφανιστεί από τον καθημερινό λόγο. Κανείς δεν λέει «ανέβηκα στον ίππο».
ἄλογον: το ζώο χωρίς λογική
Στα αρχαία υπήρχε το επίθετο ἄλογος: αυτός που στερείται λόγου, ο μη λογικός. Από το ἀ- στερητικό και τη λέξη λόγος. Και υπήρχε η στερεότυπη φράση τὰ ἄλογα ζῷα — τα ζώα, σε αντιδιαστολή με τον άνθρωπο, το μόνο ον που έχει λόγο.
Στη στρατιωτική γλώσσα των μεταγενέστερων χρόνων η φράση απέκτησε πρακτική χρησιμότητα: χρησίμευε για να ξεχωρίζουν τα ζώα από τους άνδρες του στρατού, δηλαδή το έμψυχο υλικό από τις ανθρώπινες δυνάμεις. Και επειδή το ζώο που κυριαρχούσε στη στρατιωτική καθημερινότητα ήταν συντριπτικά ένα, το άλογο, η γενική φράση στένεψε πάνω του.
Έπειτα έγινε αυτό που είδαμε και στο «νερό»: το ουσιαστικό έπεσε, το επίθετο έμεινε. Το ἄλογον ουσιαστικοποιήθηκε και ανέλαβε μόνο του όλη τη σημασία, δίνοντας το σημερινό άλογο.
Τι λέμε στ' αλήθεια
Κυριολεκτικά, «άλογο» σημαίνει «το άλογο ζώο» — το παράλογο, το χωρίς λογική. Το ίδιο επίθετο που χρησιμοποιούμε σήμερα όταν λέμε «άλογη συμπεριφορά» ή, με το αντίθετό του, «έλλογα όντα».
Είναι μια από τις πιο άδικες ονοματοδοσίες της γλώσσας μας: το ζώο που δούλεψε δίπλα στον άνθρωπο περισσότερο από κάθε άλλο πήρε τελικά όνομα που δηλώνει απλώς ότι δεν είναι άνθρωπος.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. άλογο — greek-language.gr
Λεξικό Μπαμπινιώτη / LSJ, λ. άλογο, ἄλογος — lsj.gr