Εγκαινιάζουμε μια νέα σειρά που ψάχνει τις αρχαίες λέξεις στον λόγο μας.
Η ελληνική έχει συνεχή γραπτή παρουσία περίπου τριάμισι χιλιάδων ετών, από τις πινακίδες της Γραμμικής Β μέχρι το μήνυμα που θα στείλεις σε πέντε λεπτά. Η συνέχεια όμως δεν σημαίνει ακινησία: η γλώσσα άλλαξε προφορά, έχασε πτώσεις και απαρέμφατο, και κυρίως ανανέωσε ριζικά το λεξιλόγιό της. Πολλές από τις πιο κοινές λέξεις μας δεν είναι οι αρχαίες λέξεις για τα ίδια πράγματα, αλλά περιθωριακές λέξεις της αρχαιότητας που κάποια στιγμή κέρδισαν τη μάχη της χρήσης.
ὄψον: ό,τι έτρωγες μαζί με το ψωμί
Στα αρχαία ελληνικά η λέξη ὄψον δεν σήμαινε ψάρι. Σήμαινε το προσφάγι — ό,τι συνόδευε το ψωμί για να το νοστιμίσει, ή ο μεζές που πήγαινε με το κρασί. Ελιές, κρεμμύδι, λίγο τυρί.
Η λέξη είναι ήδη ομηρική. Στο Λ της Ιλιάδας ο Νέστορας κερνάει τον Πάτροκλο «κρόμυον ποτῷ ὄψον», δηλαδή κρεμμύδι για μεζέ στο ποτό. Το βασικό γεύμα ήταν το ψωμί· το ὄψον ήταν το «από πάνω».
Πώς ο μεζές έγινε ψάρι
Στην Αθήνα το κατεξοχήν προσφάγι ήταν το ψαράκι — όχι η ακριβή σφυρίδα, αλλά η μαρίδα και η γόπα. Η προτίμηση ήταν τόσο ισχυρή που η γενική λέξη στένεψε και κατέληξε να σημαίνει ένα μόνο πράγμα.
Το υποκοριστικό ὀψάριον («μεζεδάκι») ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, και πιο γρήγορα. Ξέρουμε μάλιστα ότι η αλλαγή ενόχλησε τους καθαρολόγους της εποχής: ο γραμματικός Φρύνιχος σημειώνει ρητά ότι το ὀψάριον σημαίνει το ὄψον, όχι τους ιχθύς, και ότι «οι δε νυν τους ιχθύς λέγουσιν» — οι σημερινοί, δηλαδή, το λένε λάθος. Ένα από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα γλωσσικά παράπονα της ιστορίας, και φυσικά το έχασε.
Στη συνέχεια το ὀψάριον έχασε το άτονο αρχικό του φωνήεν, καθώς το άρθρο και το ουσιαστικό προφέρονταν μαζί: «το ὀψάριν» → «το ψάριν». Από εκεί φτάνουμε στο σημερινό ψάρι.
Οπότε, ετυμολογικά, όταν λέμε «ψάρι» δεν λέμε το ψάρι. Λέμε τον μεζέ.
Πηγές
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη), λ. ψάρι — greek-language.gr
Liddell–Scott, λ. ὀψάριον (με το σχόλιο του Φρυνίχου) — lsj.gr
Ν. Σαραντάκος, «Γιατί τρώμε ψάρια;» — sarantakos.wordpress.com