Υπάρχει μια λεπτή αλλά απολύτως καθοριστική γραμμή ανάμεσα στη διοίκηση ενός σχολείου και στον διοικητικό αυταρχισμό. Ο διευθυντής μιας σχολικής μονάδας έχει ευθύνη, αρμοδιότητες, υποχρέωση να παίρνει αποφάσεις και πολλές φορές να διαχειρίζεται δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι, όμως, ιδιοκτήτης του σχολείου, ούτε ο Σύλλογος Διδασκόντων είναι ένα σώμα που καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί.
Κι όμως, το τελευταίο διάστημα επανέρχονται από εκπαιδευτικά σωματεία καταγγελίες για περιπτώσεις διευθυντών που αντιμετωπίζουν τη σχολική μονάδα περισσότερο ως αυστηρά ιεραρχημένη υπηρεσία και λιγότερο ως παιδαγωγική κοινότητα: αποφεύγουν τη συλλογική συζήτηση, επιχειρούν να μετατρέψουν υπηρεσιακές κατευθύνσεις σε τετελεσμένα, περιορίζουν την εσωτερική επικοινωνία μεταξύ συναδέλφων ή χρησιμοποιούν τον διοικητικό τους ρόλο με τρόπο που δημιουργεί την αίσθηση ότι οποιαδήποτε διαφωνία ισοδυναμεί με απείθεια.
Δεν πρόκειται βέβαια για το σύνολο των στελεχών της εκπαίδευσης. Χιλιάδες διευθυντές κρατούν όρθια τα σχολεία μέσα σε ελλείψεις προσωπικού, κτιριακά προβλήματα, γραφειοκρατία και καθημερινές κρίσεις, στηριζόμενοι ακριβώς στη συνεργασία με τους συναδέλφους τους. Γι' αυτό και οι περιπτώσεις αυταρχικής διοίκησης είναι ακόμη πιο προβληματικές: καταστρέφουν εκείνο που ένα σχολείο χρειάζεται περισσότερο, την εμπιστοσύνη.
Ο Σύλλογος Διδασκόντων δεν είναι διακοσμητικός
Το θεσμικό πλαίσιο δεν αντιμετωπίζει τον Σύλλογο Διδασκόντων ως άτυπη παρέα εκπαιδευτικών. Ο Ν. 1566/1985 τον ορίζει ως όργανο στο οποίο συμμετέχουν όλοι οι διδάσκοντες, ενώ το καθηκοντολόγιο των σχολικών μονάδων τον περιγράφει ως συλλογικό όργανο του σχολείου, με ευθύνη για κατευθύνσεις που αφορούν την καλύτερη λειτουργία του.
Η νομοθεσία προβλέπει επίσης τακτικές συνεδριάσεις και δυνατότητα έκτακτης συνεδρίασης όταν αυτή ζητηθεί εγγράφως, για συγκεκριμένο θέμα, από τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών.
Και το νεότερο θεσμικό πλαίσιο, παρότι έχει ενισχύσει συγκεκριμένες προσωπικές αρμοδιότητες των διευθυντών, εξακολουθεί να προβλέπει παιδαγωγικές συναντήσεις με στόχο, μεταξύ άλλων, την καταγραφή προβλημάτων, τη λήψη συλλογικών αποφάσεων και την ανάπτυξη κλίματος συνεργασίας στη σχολική μονάδα.
Αυτό έχει σημασία. Γιατί άλλο πράγμα είναι η αρμοδιότητα του διευθυντή να διοικεί και άλλο η αντίληψη ότι μπορεί να υποκαθιστά κάθε συλλογικό όργανο.
«Μου το είπαν προφορικά» δεν μπορεί να είναι τρόπος διοίκησης
Ιδιαίτερα προβληματικές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες κρίσιμες αλλαγές εμφανίζονται στο σχολείο ως προφορικές «εντολές από πάνω».
Να αλλάξουν ώρες, να τροποποιηθούν αναθέσεις, να εφαρμοστεί μια επιλογή επειδή «το είπε η Διεύθυνση» ή «το ζήτησε ο Σύμβουλος», χωρίς οι εκπαιδευτικοί να γνωρίζουν το συγκεκριμένο έγγραφο, την απόφαση ή τη νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται.
Ένα δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να διοικείται με ψιθύρους στους διαδρόμους.
Όταν μια απόφαση έχει υπηρεσιακές συνέπειες, οι εκπαιδευτικοί δικαιούνται να γνωρίζουν ποιος την έλαβε, με ποια αρμοδιότητα και με ποιο θεσμικό έρεισμα. Και ο Σύλλογος Διδασκόντων δεν μπορεί από την άλλη πλευρά να «νομιμοποιεί» με μια ψηφοφορία ζητήματα για τα οποία δεν έχει αρμοδιότητα.
Η συλλογικότητα δεν σημαίνει ότι ο Σύλλογος αποφασίζει για τα πάντα. Σημαίνει ότι ο καθένας ασκεί τις αρμοδιότητές του εκεί όπου ο νόμος τις τοποθετεί, χωρίς ο διευθυντής να οικειοποιείται τις αρμοδιότητες του Συλλόγου και χωρίς ο Σύλλογος να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για αποφάσεις άλλων διοικητικών οργάνων.
Όταν η διαφωνία θεωρείται «πρόβλημα»
Ο αυταρχισμός στο σχολείο σπάνια ξεκινά με μια θεαματική σύγκρουση.
Μπορεί να αρχίσει πολύ πιο αθόρυβα: με την αποφυγή μιας συνεδρίασης, με την απαξιωτική αντιμετώπιση μιας διαφορετικής άποψης, με έναν εκπαιδευτικό που φοβάται να ζητήσει να καταγραφεί η διαφωνία του στο πρακτικό, με υπηρεσιακά μηνύματα που δεν επιτρέπουν ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των συναδέλφων ή με τη δημιουργία δύο κατηγοριών εκπαιδευτικών — εκείνων που «συνεργάζονται» επειδή συμφωνούν και εκείνων που χαρακτηρίζονται δύσκολοι επειδή ρωτούν.
Κάπου εκεί η διοίκηση παύει να είναι διοίκηση και γίνεται άσκηση εξουσίας.
Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς.
Τον λογαριασμό πληρώνει η τάξη
Ένας Σύλλογος Διδασκόντων στον οποίο κυριαρχούν ο φόβος, η καχυποψία και η σιωπή δεν μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως παιδαγωγική ομάδα.
Ο καθηγητής που φοβάται να μιλήσει στη συνεδρίαση δύσκολα θα καταθέσει ανοιχτά έναν προβληματισμό για έναν μαθητή. Ο εκπαιδευτικός που αισθάνεται ότι κάθε διαφωνία του καταγράφεται ως προσωπική αντιπαράθεση αποσύρεται σταδιακά από τη συλλογική ζωή του σχολείου. Οι συνάδελφοι σταματούν να ανταλλάσσουν ιδέες και αρχίζουν να επικοινωνούν αμυντικά.
Αυτό το κλίμα περνά αναπόφευκτα και στους μαθητές.
Γιατί η αντιμετώπιση μιας δύσκολης τάξης, ενός παιδιού που απομονώνεται, μιας σύγκρουσης, ενός περιστατικού βίας ή μιας μαθησιακής δυσκολίας δεν γίνεται με εγκυκλίους και διαταγές. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που συζητούν, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και αισθάνονται ότι έχουν κοινή ευθύνη.
Ο καλός διευθυντής δεν είναι ο «μικρός υπουργός» του σχολείου
Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο έχει πράγματι αποδώσει στους διευθυντές σημαντικές ατομικές αρμοδιότητες. Για παράδειγμα, ο Ν. 4823/2021 προβλέπει αποφάσεις του διευθυντή για την ενδοσχολική επιμόρφωση και δυνατότητα ανάθεσης συγκεκριμένων εξωδιδακτικών εργασιών.
Αυτό όμως δεν μετατρέπει τον διευθυντή σε «CEO» και το σχολείο σε εταιρεία.
Η πραγματική ηγεσία σε μια σχολική μονάδα δεν αποδεικνύεται από το πόσο εύκολα κάποιος επιβάλλει μια απόφαση, αλλά από το αν μπορεί να δημιουργεί συνθήκες μέσα στις οποίες δεκάδες διαφορετικοί άνθρωποι συνεργάζονται χωρίς να φοβούνται.
Ο ισχυρός διευθυντής δεν χρειάζεται σιωπηλούς εκπαιδευτικούς γύρω του. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που μιλούν, διαφωνούν, προτείνουν και τελικά αναλαμβάνουν συλλογικά την ευθύνη για το σχολείο τους.
Γιατί το δημόσιο σχολείο δεν είναι ιδιωτικό γραφείο κανενός, ούτε ο Σύλλογος Διδασκόντων προσωπικό του προσωπικού διευθυντή.
Είναι ένας θεσμός που οφείλει να διδάσκει δημοκρατία όχι μόνο στα βιβλία και στους μαθητές, αλλά και στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί καθημερινά.