Η εκπαίδευση και το δημόσιο σχολείο δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο τα διαχρονικά άλυτα προβλήματά τους και τις πολλαπλές προκλήσεις των καιρών μας. Έχουν και ένα πολιτικό / κυβερνητικό σκηνικό διαμορφωμένο κίβδηλα από τις καθημερινές κυβερνητικές εξαγγελίες περί συνεχών έργων και μεταρρυθμίσεων.
Αν μπορούσε κάποιος να καταγράψει τις εξαγγελίες που γίνονται και τι σημαίνουν αυτές στην πραγματικότητα της εκπαίδευσης, θα διαπίστωνε μια απόλυτη αντίφαση.
Σε προηγούμενες περιόδους στις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000, με την παράλληλη ανάπτυξη ευρύτερων πολιτικών μεταρρυθμίσεων στο κοινωνικό κράτος και στο κράτος δικαίου, γνωρίσαμε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, που ουσιαστικά αποτελούν ακόμα – στο βαθμό που δεν έχουν ανατραπεί από την αντιεκπαιδευτική πολιτική της Ν.Δ. – το πιο δημοκρατικό και το πιο ορθολογικό μέρος του σχολικού γίγνεσθαι.
Η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ακόμα και σήμερα επικαλείται το Ν. 1566 του 1985 σε αντίθεση σχεδόν για όλες τις αντιδημοκρατικές πολιτικές της κυβέρνησης.
Η αρμόδια Υπουργός κάθε ημέρα εξαγγέλλει μέτρα, τα οποία είναι χωρίς αντίκρισμα στην πραγματικότητα. Ένας συστηματικός συνειδητός εμπαιγμός, και τίποτα άλλο. Το δε φοβερό είναι ότι όλα ονομάζονται μεταρρυθμίσεις.
Και καλύπτεται εν μέρει αυτή η κυνικότητα – ως προς το τι είναι μεταρρύθμιση – με την αλλοίωση του γλωσσικού κώδικα, που «επιτρέπει» στη δημαγωγία να δημιουργεί αντεστραμμένες εννοιολογήσεις και σημασιολογήσεις και με την ισχύ των ΜΜΕ να επικοινωνείται μια φαινομενική κυβερνητική πολιτική, που δεν έχει συνεργεί στη βελτίωση της σχολικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας αλλά τουναντίον την επιδεινώνει.
Ακόμα και όταν κτίζεται ένα νέο σχολικό κτίριο, εγκαινιάζεται με βαρύγδουπο τρόπο και με τον πρωθυπουργό να λέει χίλια μύρια καλά, ενώ την ίδια στιγμή εκατοντάδες σχολεία είναι σε κακή κατάσταση και δεν έχουν χρήματα ούτε καν για τα λειτουργικά έξοδά τους.
Καθημερινά παρακολουθούμε μια έκθεση ιδεών, με ακατάσχετη θεωρητικολογία. Οι λέξεις και οι έννοιες καλούνται να καλύψουν την πραγματικότητα και να τη στρεβλώσουν. Δεν συνδέονται με έναν λόγο συνεκτικό και ουσιαστικό στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Δεν αντιστοιχούν σε έργο!
Η πρόκληση της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, οι πρωτόγνωρα νέες συνθήκες που διαμορφώνει η τεχνητή νοημοσύνη, η επαυξημένη πραγματικότητα και τα Big Data ως διαφαινόμενη ισχυρή συνθήκη διαμορφώνουν αναπόδραστη την ανάγκη η εκπαίδευση του σήμερα να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αύριο.
Τρέχουν επιταχυντικά οι εξελίξεις στον ψηφιακό κόσμο, αλλά δεν έχει διαμορφωθεί μια ολοκληρωμένη ατζέντα για τις αναγκαίες εκπαιδευτικές προσαρμογές, παρά σκόρπιες παρεμβάσεις σε επιμέρους ζητήματα.
Παράλληλα, και ενώ οξύνονται τα προβλήματα στο σχολείο, δεν γίνεται ούτε καμιά συγκεκριμένη αναφορά για το πώς θα αναπτυχθεί η παιδαγωγική και πολιτιστική διάσταση του σχολείου, για το πώς θα αναβαθμιστούν οι εκπαιδευτικοί, για το πως θα αλλάξουμε «μορφωτικό παράδειγμα» για την εισαγωγή του εκπαιδευτικού μας συστήματος στις Κοινωνίες της Γνώσης.
Δεν μπορούν να κάνουν μεταρρυθμίσεις στο παρεχόμενο το σχολείου. Ας μην αδικούμε όμως τους σημερινούς Υπουργούς. Ποτέ δεν έκανε ο συντηρητικός χώρος μεταρρύθμιση στην παιδεία – πλην της γλωσσικής το 1976. Και τι κάνουν; Ονομάζουν μεταρρυθμίσεις τις αντιμεταρρυθμίσεις και τις αποδομήσεις της εκπαίδευσης.
Έχει αναφερθεί πολλές φορές η διαφοροποιημένη διδασκαλία, αλλά και εδώ το απόλυτο τίποτα. Πρόκειται για δοκιμασμένη, σε άλλες χώρες, μέθοδο που προσαρμόζεται στο ταλέντο, στις δεξιότητες, στις αδυναμίες, στη μαθησιακή ετοιμότητα και δυνατότητα του μαθητή.
Γιατί, κάθε μαθητής είναι ξεχωριστός. Πώς μπορούμε αυτή την απλή πραγματικότητα να την θέσουμε στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής, στη λειτουργία του σχολείου, στον πυρήνα της διδασκαλίας κάθε εκπαιδευτικού, όταν δεν διαμορφώνονται οι κατάλληλες συνθήκες;
Ο νεοφιλελευθερισμός της Ν.Δ. δεν της επιτρέπει να ασχοληθεί με το παιδαγωγικό και αξιακό πεδίο του σχολείου. Δεν αναφέρει καν την έννοια της ανθρωπιστικής παιδείας, γιατί ακριβώς είναι σε πλήρη αντίθεση στην αγοραία εκδοχή της κοινωνίας.
Μετά το γνωστό παλαιοσυντηρητικό δεξιό παιδαγωγικό πρόταγμά της “πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια”, δεν έχει προτείνει κάτι άλλο. Αφήνεται να νοηθεί ότι παραμένει σε αυτό το πεδίο αναφοράς – για κομματικούς λόγους -, αλλά δεν τολμά να το υπερασπιστεί. Γιατί, πώς τολμούσαν να μιλήσουν για σύγχρονη πολιτική αντίληψη;