Τα αποτελέσματα της PISA 2025 για την Ελλάδα[1] προκαλούν έντονο προβληματισμό. Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η θέση μας στον πίνακα των χωρών. Είναι κάτι βαθύτερο: οι σημερινοί δεκαπεντάχρονοι εμφανίζονται να γνωρίζουν αισθητά λιγότερα από τους Έλληνες δεκαπεντάχρονους προηγούμενων γενεών. Οι επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου κινούνται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με την Ελλάδα να απέχει σημαντικά από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Δεν είναι, ασφαλώς, η πρώτη φορά που το διαπιστώνουμε. Η υποχώρηση δεν είναι στιγμιαία. Είναι μακροχρόνια. Και ακριβώς γι' αυτό ίσως πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε νέα ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ως μία ακόμη ευκαιρία για θρήνο, καταγγελία ή αναζήτηση ενόχων.
Η PISA δεν μας δίνει ολόκληρη την εικόνα του ελληνικού σχολείου. Δεν μπορεί να τη δώσει. Είναι μια συγκεκριμένη διεθνής αξιολόγηση, με συγκεκριμένο σχεδιασμό, συγκεκριμένα εργαλεία και συγκεκριμένους περιορισμούς. Είναι, όμως, μια ενδεικτική εικόνα. Και, κυρίως, μια εικόνα που συναντάται με εκείνη που βλέπουν καθημερινά πολλοί άνθρωποι, μέσα και έξω από το σχολείο.
Μια εικόνα δυσκολίας στη μάθηση. Δυσκολίας στη συγκέντρωση. Δυσκολίας στην κατανόηση. Και, ολοένα περισσότερο, δυσκολίας στην επικοινωνία.
Ίσως εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.
Γιατί η Κατανόηση Κειμένου δεν είναι απλώς μία από τις τρεις περιοχές που εξετάζει η PISA. Είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Για να καταλάβω τι μου λες, πρέπει πρώτα να μπορώ να διαβάσω αυτό που μου λες.
Να παρακολουθήσω έναν συλλογισμό. Να διακρίνω το γεγονός από την άποψη. Να αντιληφθώ την ειρωνεία, την πρόθεση, την απόχρωση. Να μη μετατρέψω μια φράση σε ολόκληρο επιχείρημα και μια διαφωνία σε προσωπική επίθεση.
Όταν αυτή η ικανότητα υποχωρεί, το πρόβλημα δεν παραμένει στη σχολική αίθουσα.
Μεταφέρεται στην κοινωνία.
Το βλέπουμε ήδη στα κοινωνικά δίκτυα: στην αποσπασματική ανάγνωση, στην παρερμηνεία, στην επιθετικότητα που γεννά η αδυναμία κατανόησης, στην ταχύτητα με την οποία απαντούμε πριν προλάβουμε να καταλάβουμε. Ένας κόσμος όπου όλοι μιλούν και όλο και λιγότεροι ακούν.
Ένα είδος επικοινωνιακού breakdown — μία μορφή πραγματικής και ψηφιακής σύγχρονης Βαβέλ.
Άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα και δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να συνεννοηθούν.
Και εδώ η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης εισάγει ένα παράδοξο που αξίζει να μας ανησυχήσει.
Την ώρα που η επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων μοιάζει να γίνεται δυσκολότερη, η επικοινωνία ανθρώπου και μηχανής γίνεται ολοένα ευκολότερη.
Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs) μπορούν να διαχειρίζονται τη γλώσσα, να ανασυνθέτουν ερωτήματα, να ζητούν διευκρινίσεις, να προσαρμόζουν το ύφος και να απαντούν με τρόπο που συχνά μοιάζει περισσότερο «υπομονετικός» από τον άνθρωπο απέναντί μας. Φυσικά, δεν είναι αλάνθαστα. Και ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι κατανοούν τον κόσμο με τον ανθρώπινο τρόπο.
Αλλά εδώ αναδύεται το παράδοξο: μπορεί να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία όπου δυσπιστούμε ολοένα περισσότερο απέναντι στον άνθρωπο και ταυτόχρονα γινόμαστε ολοένα πιο εύπιστοι απέναντι στη μηχανή.
Δεν πιστεύουμε εύκολα αυτόν που βρίσκεται απέναντί μας. Του αποδίδουμε προθέσεις, σκοπιμότητες, κρυφά νοήματα. Την ίδια στιγμή, δεχόμαστε συχνά μια απάντηση της Τεχνητής Νοημοσύνης χωρίς να διαθέτουμε πάντοτε τα γνωστικά εργαλεία για να ελέγξουμε αν είναι σωστή.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο εκπαιδευτικό πρόβλημα της νέας εποχής.
Γιατί όσο ισχυρότερη γίνεται η μηχανή, τόσο ισχυρότερος πρέπει να γίνεται ο άνθρωπος.
Όχι απαραίτητα σε υπολογιστική ισχύ. Εκεί η σύγκριση, από ένα σημείο κι έπειτα, φαντάζει μάταιη.
Σε κρίση.
Σε φαντασία.
Σε δημιουργικότητα.
Σε φιλομάθεια.
Σε ικανότητα αμφισβήτησης.
Σε ικανότητα να θέτει τις σωστές ερωτήσεις.
Σε ικανότητα να αναγνωρίζει ότι μια απάντηση μπορεί να είναι πειστική και ταυτόχρονα λανθασμένη.
Ο Γιώργος Χατζηβασιλείου, στη Φιλοσοφία της τεχνητής νοημοσύνης: ένα ταξίδι στο μέλλον (Διόπτρα, 3η έκδοση, 2025), σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι περισσότερες εκπαιδευτικές έρευνες συγκλίνουν στην ανάγκη να οξύνουμε την «κριτική σκέψη, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, την οργανωτικότητα, τη φιλομάθεια» — δεξιότητες που, όπως παρατηρεί, καλλιεργεί παραδοσιακά ένας αρχέγονος κλάδος της παιδείας: η φιλοσοφία.
Να λοιπόν το παράδοξο.
Την ώρα που οι μεγαλύτεροι τεχνολογικοί κολοσσοί του πλανήτη επενδύουν δισεκατομμύρια —και σε ορισμένες περιπτώσεις τεράστιους πόρους σε βάθος χρόνου— για να αναπτύξουν την Τεχνητή Νοημοσύνη, τα εκπαιδευτικά μας συστήματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν την εκπαίδευση σαν μια δευτερεύουσα κοινωνική δαπάνη.
Χρειάζεται να επενδύσουμε.
Οικονομικούς πόρους, ασφαλώς.
Αλλά και διανοητικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς πόρους.
Χρειάζεται ισχυρό δημόσιο σχολείο. Περισσότερο και κατάλληλα καταρτισμένο εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό. Καλύτερες υποδομές. Περισσότερο πραγματικό μαθησιακό χρόνο. Καλύτερο κλίμα στην τάξη. Και, κυρίως, ένα σχολείο που θα ξανακάνει τη γνώση επιθυμητή.
Γιατί και εδώ τα στοιχεία της PISA είναι αποκαλυπτικά. Το 27% των Ελλήνων δεκαπεντάχρονων θεωρεί το σχολείο χάσιμο χρόνου, ενώ από το 2022 έως το 2025 μειώθηκαν αισθητά η περιέργεια και η διάθεση μεγαλύτερης προσπάθειας όταν κάτι δυσκολεύει. Παράλληλα, οι απουσίες και η διατάραξη του μαθήματος καταγράφουν μια σοβαρή αποσύνδεση από τη σχολική διαδικασία.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη.
Δεν πρέπει να μετατρέψουμε την PISA σε δικαστήριο για τους εκπαιδευτικούς. Τα ίδια τα στοιχεία δείχνουν ελλείψεις σε εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό, υλικοτεχνική υποδομή και θεσμική υποστήριξη. Και υπάρχει επίσης η εύλογη επιφύλαξη ότι πρόκειται για μια αξιολόγηση χαμηλού διακυβεύματος, στην οποία η επίδοση δεν επηρεάζει βαθμό, προαγωγή ή εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Η μειωμένη προσπάθεια των μαθητών μπορεί επομένως να επηρεάζει ένα μέρος των αποτελεσμάτων.
Η επιφύλαξη αυτή δεν ακυρώνει το πρόβλημα. Αντίθετα, το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον: αν ένα παιδί δεν θεωρεί ότι αξίζει να προσπαθήσει ούτε σε μια διεθνή αξιολόγηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι ξέρει. Είναι η σχέση του με τη γνώση.
Και ίσως αυτό είναι που πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο.
Όχι αν το ελληνικό σχολείο βρίσκεται λίγο ψηλότερα ή λίγο χαμηλότερα στον πίνακα.
Αλλά γιατί ένα παιδί πρέπει να πειστεί ότι η γνώση αξίζει.
Γιατί πρέπει να πειστεί ότι αξίζει να διαβάσει ένα δύσκολο κείμενο μέχρι τέλους.
Να λύσει ένα δύσκολο πρόβλημα χωρίς να εγκαταλείψει την προσπάθεια.
Να ακούσει τον άλλον πριν απαντήσει.
Να αμφισβητήσει μια πληροφορία πριν την πιστέψει.
Να χρησιμοποιήσει την Τεχνητή Νοημοσύνη χωρίς να παραδώσει σε αυτήν τη δική του κρίση.
Η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν καταργεί την ανάγκη για γνώση. Την κάνει πιο επείγουσα.
Δεν καταργεί τις σκληρές δεξιότητες (hard skills). Τις κάνει θεμέλιο.
Αλλά πάνω σε αυτά τα θεμέλια πρέπει τώρα να οικοδομήσουμε κάτι περισσότερο: ένα σχολείο κριτικής σκέψης, φαντασίας, δημιουργικότητας, φιλομάθειας και ουσιαστικής επικοινωνίας. Ένα σχολείο που δεν θα φοβάται τη φιλοσοφία της τεχνολογίας, αλλά θα τη φέρει στο κέντρο της σύγχρονης παιδείας.
Γιατί η μεγάλη εκπαιδευτική πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι να μάθουμε στα παιδιά να ανταγωνίζονται τις μηχανές.
Αυτός ο αγώνας είναι ήδη χαμένος σε πολλές από τις περιοχές όπου οι μηχανές είναι σχεδιασμένες να υπερέχουν.
Η πρόκληση είναι άλλη.
Να μη γίνει ο άνθρωπος μηχανή.
Να μη χάσει την περιέργειά του.
Να μη χάσει την ικανότητά του να αμφιβάλλει.
Να μη συγχέει τη φαντασία με τη φαντασίωση.
Να μη χάσει τη διάθεσή του να μαθαίνει — διαρκώς.
Και, πάνω απ' όλα, να μη χάσει την ικανότητα να καταλαβαίνει.
Τον κόσμο.
Την πληροφορία.
Τον άλλον.
Και —τι πιο θεμελιώδες!— τον ίδιο του τον εαυτό.