Η ελληνική γλώσσα διακρίνεται για την ικανότητά της να δημιουργεί εξειδικευμένους όρους μέσα από τη σύνθεση απλών λέξεων, αποδίδοντας με απόλυτη ακρίβεια καταστάσεις του σώματος και της υγείας. Μια τέτοια ιδιαίτερη και σπάνια λέξη είναι η «κακοσφυξία».
Ο όρος κακοσφυξία (ουσιαστικό: η κακοσφυξία) χρησιμοποιείται για να περιγράψει:
- Τον ανώμαλο ή μη φυσιολογικό σφυγμό: Την κατάσταση κατά την οποία ο καρδιακός παλμός χάνει τον κανονικό του ρυθμό, παρουσιάζοντας αρρυθμία, ασυνήθιστη επιτάχυνση, επιβράδυνση ή αδυναμία.
- Τη γενικότερη διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας: Στην παλαιότερη ιατρική ορολογία, η λέξη δήλωνε τη νοσηρή κατάσταση των σφυγμών που υποδηλώνει κάποια υποκείμενη πάθηση.
Ετυμολογία και συγγενείς όροι
- Ετυμολογία: Σύνθετη λέξη από το επίθημα κακο- (που δηλώνει κάτι το ελαττωματικό, βλαβερό ή ανώμαλο) και τη ρίζα σφύξις (από το ρήμα σφύζω, δηλαδή χτυπώ ρυθμικά, παλλόνομαι).
- Συνώνυμα: Αρρυθμία, αταξία σφυγμών, δυσρυθμία.
- Αντώνυμα (Αντίθετα): Ευσφυξία (ο κανονικός, εύρυθμος και φυσιολογικός σφυγμός).