Μια νέα εποχή φαίνεται να ανοίγει για τα ελληνικά πανεπιστήμια, καθώς πλέον το ενδιαφέρον δεν θα περιορίζεται μόνο στο πόσοι φοιτητές εισάγονται κάθε χρόνο σε ένα Τμήμα, πόσοι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους και πόσο χρόνο χρειάζονται για να πάρουν το πτυχίο τους, αλλά θα επεκτείνεται σε ένα πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει στους αποφοίτους όταν κλείσει πίσω τους η πόρτα του πανεπιστημίου;
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν περίπου 440 προπτυχιακά προγράμματα, 1.328 μεταπτυχιακά και περίπου 400 διδακτορικά προγράμματα, σε μια ευρεία προσπάθεια συστηματικής αποτύπωσης της πορείας των αποφοίτων και της πραγματικής σχέσης που έχει κάθε πρόγραμμα σπουδών με την οικονομία, την απασχόληση και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο τα μεταπτυχιακά προγράμματα έχουν σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε οκτώ χρόνια, από 735 το 2016 σε 1.328, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να γνωρίζουμε όχι μόνο πόσοι τίτλοι απονέμονται αλλά και ποιο είναι το αντίκρισμά τους μετά την αποφοίτηση.
Τι σημαίνει το ψηφιακό «αποτύπωμα» του αποφοίτου
Ο όρος μπορεί να ακούγεται κάπως ανησυχητικός, καθώς παραπέμπει εύκολα στην ιδέα ενός προσωπικού φακέλου που θα ακολουθεί τον κάθε πτυχιούχο, όμως στην πραγματικότητα η λογική των συστημάτων παρακολούθησης αποφοίτων είναι διαφορετική και βασίζεται κατά κύριο λόγο στη συγκέντρωση και επεξεργασία συγκεντρωτικών ή ανωνυμοποιημένων δεδομένων.
Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση προβλέπει τη δυνατότητα αξιοποίησης διοικητικών στοιχείων από την εκπαίδευση, τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση και άλλες δημόσιες βάσεις δεδομένων, έτσι ώστε να δημιουργείται μια συνολική εικόνα για την πορεία των αποφοίτων μετά τις σπουδές τους, πάντοτε με τις προβλεπόμενες εγγυήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι το σύστημα θα μπορεί να απαντά σε ερωτήματα όπως πόσο χρονικό διάστημα μεσολαβεί από την αποφοίτηση μέχρι την πρώτη σταθερή εργασία, πόσοι απόφοιτοι ενός συγκεκριμένου επιστημονικού πεδίου εργάζονται, πόσοι συνεχίζουν σε μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, πόσοι απασχολούνται σε επάγγελμα συναφές με το πτυχίο τους και πώς εξελίσσεται η επαγγελματική τους πορεία μέσα στα επόμενα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, άλλωστε, έχει ήδη συγκροτήσει ευρωπαϊκό δίκτυο παρακολούθησης αποφοίτων, ενώ η Ελλάδα έχει πλέον δημιουργήσει δομικό εθνικό σύστημα graduate tracking και συμμετέχει στην αντίστοιχη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία.
Από το «πήρε πτυχίο» στο «τι έκανε μετά»
Μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση γύρω από τα πανεπιστήμια περιστρεφόταν κατά κύριο λόγο γύρω από τις βάσεις εισαγωγής, τον αριθμό των εισακτέων, τους «αιώνιους» φοιτητές και τα ποσοστά αποφοίτησης, όμως όλα αυτά περιγράφουν μόνο το πρώτο μισό της ιστορίας.
Το δεύτερο μισό αρχίζει μετά την ορκωμοσία.
Εκεί όπου ένας νέος άνθρωπος με ένα πτυχίο στο χέρι πρέπει να συναντήσει την πραγματική αγορά εργασίας και να διαπιστώσει αν οι γνώσεις που απέκτησε μπορούν να μετατραπούν σε επαγγελματική προοπτική, αν χρειάζεται να αποκτήσει επιπλέον προσόντα, αν πρέπει να αλλάξει αντικείμενο ή ακόμη και αν πρέπει να φύγει στο εξωτερικό για να βρει εργασία αντίστοιχη με τις σπουδές του.
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή, παρά τη σημαντική βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλότερη απασχόληση των πρόσφατων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στοιχεία, το σχετικό ποσοστό είχε φτάσει στο 79%, έναντι 86,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα ΑΕΙ θα βλέπουν πλέον πού «καταλήγουν» οι απόφοιτοί τους
Η αξία μιας τέτοιας χαρτογράφησης είναι ότι μπορεί να δώσει στα ίδια τα πανεπιστήμια πληροφορίες που μέχρι σήμερα ήταν αποσπασματικές ή βασίζονταν κυρίως σε έρευνες αποφοίτων και προσωπικές εκτιμήσεις.
Ένα Τμήμα, για παράδειγμα, θα μπορεί να γνωρίζει αν οι απόφοιτοί του βρίσκουν γρήγορα εργασία, αν η απασχόλησή τους έχει σχέση με το αντικείμενο σπουδών, αν υπάρχουν συγκεκριμένες δεξιότητες που ζητά η αγορά και απουσιάζουν από το πρόγραμμα μαθημάτων ή αν ένα σημαντικό μέρος των νέων επιστημόνων αναγκάζεται να ακολουθήσει εντελώς διαφορετικό επαγγελματικό δρόμο.
Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης διαθέτει ήδη σύστημα συλλογής δεδομένων ποιότητας, στο οποίο καταχωρίζονται στοιχεία για ιδρύματα, τμήματα, προπτυχιακά, μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων και δεδομένα που αφορούν φοιτητές και αποφοίτους. Τα δεδομένα αυτά αξιοποιούνται για αναφορές, δείκτες ποιότητας και διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης.
Επομένως, το επόμενο βήμα είναι η εικόνα αυτή να γίνει πολύ περισσότερο «δυναμική», ώστε να μην αποτυπώνει μόνο τι συμβαίνει μέσα στο πανεπιστήμιο αλλά και τι συμβαίνει στους ανθρώπους που βγαίνουν από αυτό.
Θα μπορούν να συγκρίνονται και τα προγράμματα σπουδών
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή που μπορεί να φέρει το νέο σύστημα.
Μέχρι σήμερα δύο προγράμματα σπουδών μπορεί να εμφανίζονταν περίπου ισοδύναμα επειδή είχαν παρόμοιο αριθμό μαθημάτων, φοιτητών ή μελών ΔΕΠ, όμως στο μέλλον θα μπορεί να εξετάζεται και το κατά πόσο οι απόφοιτοί τους κατορθώνουν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και να αξιοποιήσουν πραγματικά τις σπουδές τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα πανεπιστημιακό πρόγραμμα πρέπει να μετατραπεί σε σχολή επαγγελματικής κατάρτισης ούτε ότι η αξία της πανεπιστημιακής γνώσης μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά από τον πρώτο μισθό ενός αποφοίτου.
Η σύνδεση με την απασχόληση, όμως, αποτελεί ένα δεδομένο που κανένα σύγχρονο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αγνοήσει.
Ιδίως όταν ένας νέος άνθρωπος επενδύει τέσσερα, πέντε ή περισσότερα χρόνια από τη ζωή του στις σπουδές του και, πολλές φορές, η οικογένειά του επωμίζεται σημαντικό οικονομικό κόστος για να τις στηρίξει.
Ένα εργαλείο και για τους υποψηφίους
Το «αποτύπωμα» των αποφοίτων μπορεί να αποκτήσει τεράστια σημασία και για τους ίδιους τους μαθητές που καλούνται κάθε καλοκαίρι να συμπληρώσουν το Μηχανογραφικό τους.
Μέχρι σήμερα ένας 18χρονος επιλέγει πολλές φορές Τμήμα με βάση τη βάση εισαγωγής, την πόλη, τον τίτλο της σχολής ή μια γενική εικόνα που έχει για το συγκεκριμένο επάγγελμα.
Αν, όμως, υπήρχαν εύκολα προσβάσιμα και συγκρίσιμα στοιχεία για το ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων, τον χρόνο που χρειάζονται για να βρουν πρώτη δουλειά, τα επαγγέλματα στα οποία τελικά κατευθύνονται και το ποσοστό όσων εργάζονται πάνω στο αντικείμενο που σπούδασαν, τότε το Μηχανογραφικό θα μπορούσε να γίνει μια πολύ πιο ενημερωμένη επιλογή ζωής.
Η ΕΘΑΑΕ έχει ήδη αρχίσει να δημοσιοποιεί στοιχεία για τους αποφοίτους ανά πρόγραμμα σπουδών, θεωρώντας ότι ο αριθμός των αποφοίτων αποτελεί χρήσιμο δείκτη για την αξιολόγηση της πραγματικής λειτουργίας ενός Τμήματος.
Η μεγάλη παγίδα: να μη μετατραπεί το πανεπιστήμιο σε πίνακα «αποδοτικότητας»
Υπάρχει, βέβαια, και μια λεπτή γραμμή που δεν πρέπει να χαθεί.
Ένα πρόγραμμα Φιλοσοφίας, Ιστορίας, Μαθηματικών ή Θεωρητικής Φυσικής δεν μπορεί να κριθεί αποκλειστικά από το αν ο απόφοιτός του βρήκε εργασία έξι μήνες μετά το πτυχίο, όπως ακριβώς ένα πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με όρους άμεσης οικονομικής απόδοσης.
Η ανώτατη εκπαίδευση παράγει επιστημονική γνώση, έρευνα, πολιτισμό και κοινωνικό κεφάλαιο, αξίες που πολλές φορές δεν μπορούν να μεταφραστούν σε έναν δείκτη απασχόλησης.
Γι’ αυτό και το ψηφιακό αποτύπωμα των αποφοίτων μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμο, αρκεί να λειτουργήσει ως ένα ακόμη εργαλείο γνώσης και όχι ως ο μοναδικός δείκτης αξίας ενός πανεπιστημιακού Τμήματος.
Το μεγάλο όφελος είναι ότι για πρώτη φορά μπορεί να αρχίσουμε να γνωρίζουμε, με πραγματικά δεδομένα και όχι με υποθέσεις, τι συμβαίνει μετά το πτυχίο.
Και ίσως αυτή είναι μια πληροφορία που λείπει εδώ και δεκαετίες από την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση.
Γιατί ένα πανεπιστήμιο δεν θα πρέπει να γνωρίζει μόνο ποιοι μπαίνουν στις αίθουσές του.
Θα πρέπει να γνωρίζει και πού οδηγούνται οι άνθρωποι όταν βγαίνουν από αυτές.